Выбрать главу

Η Ηλαίην ευχήθηκε ο Ραντ να μην είναι τόσο αλλοπρόσαλλος. Τότε γιατί κάνει έτσι, που τη μια χαίρεται που φεύγω και την άλλη στέλνει τον Τζούιλιν Σάνταρ στο κατόπι μου; Έπρεπε να πάψει να τον σκέφτεται. Ήταν πολύ μακριά της. Δεν μπορούσε να κάνει τώρα κάτι γι' αυτόν.

Κοίταξε πάνω από τον ώμο της, προς την πλώρη. Ο Θομ είχε φύγει. Ήταν σίγουρη ότι είχε βρει το κλειδί του γρίφου λίγο πριν νιώσει την Ανεμοευρέτρια να διαβιβάζει. Είχε κάποια σχέση με το χαμόγελό του. Ό,τι κι αν ήταν, είχε χαθεί. Σκόπευε να το ξαναβρεί, πάντως, πριν φτάσουν στο Τάντσικο, ακόμα κι αν έπρεπε να τον στριμώξει. Αλλά θα τον έβρισκε και το πρωί. «Τζόριν, πόσο θα κάνουμε για να φτάσουμε στο Τάντσικο; Μου είπαν ότι τα τρεχαντήρια είναι τα πιο γρήγορα πλοία στον κόσμο, αλλά πόσο γρήγορα είναι;»

«Στο Τάντσικο; Για να υπηρετήσουμε τον Κόραμουρ, δεν θα πιάσουμε σε κανένα λιμάνι πριν φτάσουμε εκεί. Ίσως δέκα μέρες, αν μπορέσω να υφάνω τους ανέμους αρκετά καλά κι αν είναι θέλημα Φωτός να βρω τα κατάλληλα ρεύματα. Ίσως μόνο επτά ή οκτώ, με τη χάρη του Φωτός».

«Δέκα μέρες;» είπε η Ηλαίην με κομμένη την ανάσα. «Δεν είναι δυνατόν». Είχε δει χάρτες.

Το χαμόγελο της άλλης φανέρωνε ανάμικτη περηφάνια και αυταρέσκεια. «Όπως είπες εσύ η ίδια, είναι τα γρηγορότερα πλοία στον κόσμο. Τα επόμενα γρηγορότερα κάνουν μιάμιση φορά περισσότερο σε οποιαδήποτε διαδρομή και τα υπόλοιπα το διπλάσιο χρόνο. Τα παράκτια σκάφη, που αγκαλιάζουν την παραλία και αγκυροβολούν κάθε νύχτα στα ρηχά» —ξεφύσησε περιφρονητικά― «θέλουν το δεκαπλάσιο».

«Τζόριν, θα μου διδάξεις να κάνω αυτό που έκανες;»

Η Ανεμοευρέτρια την κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, που άστραφταν στο σούρουπο. «Να σε διδάξω; Μα είσαι Άες Σεντάι».

«Τζόριν, ποτέ δεν ύφανα ροή που να είναι έστω και η μισή απ' αυτές που χειριζόσουν. Και η έκτασή τους! Μένω κατάπληκτη, Τζόριν».

Η Ανεμοευρέτρια την κοίταξε για λίγο ακόμα, όχι πια σαστισμένη, αλλά σαν να προσπαθούσε να χαράξει το πρόσωπο της Ηλαίην στο νου της. Τέλος, φίλησε τα δάχτυλα του δεξιού χεριού της και άγγιξε με αυτά τα χείλη της Ηλαίην. «Αν είναι θέλημα Φωτός, θα μάθουμε και οι δύο».

21

Στην Καρδιά

Η Δακρινή αριστοκρατία γέμισε το μεγάλο, θολωτό θάλαμο με τις πελώριες, γυαλισμένες κολώνες από κοκκινόπετρα, οι οποίες είχαν διάμετρο τέσσερα μέτρα και ορθώνονταν σε σκιερά ύψη, πάνω από τις χρυσές λάμπες, που κρέμονταν σε χρυσές αλυσίδες. Οι Υψηλοί Άρχοντες και οι Υψηλές Αρχόντισσες είχαν παραταχτεί σε ένα χοντρό κύκλο, κάτω από το μεγάλο θόλο στην καρδιά του θαλάμου, με τους κατώτερους ευγενείς αραδιασμένους πίσω τους σε σειρές επί σειρών, φτάνοντας μέχρι πέρα, στο δάσος από κολώνες· όλοι φορούσαν τα καλύτερα βελούδα και μετάξια τους, τις καλύτερες δαντέλες τους, με φαρδιά μανίκια, ψηλά κολάρα και πλατύγυρα καπέλα, κι όλοι μουρμούριζαν ταραγμένοι, έτσι που το ψηλό ταβάνι αντιλαλούσε ήχους σαν από νευρικές χήνες. Μόνο οι ίδιοι οι Υψηλοί Άρχοντες είχαν προσκληθεί κι άλλοτε σ' αυτό το χώρο, που ονομαζόταν Καρδιά της Πέτρας, και έρχονταν μόνο τέσσερις φορές το χρόνο, στη δίδυμη προσταγή του νόμου και του εθίμου. Τώρα είχαν έρθει όσοι δεν βρίσκονταν κάπου στην επαρχία, με το κάλεσμα του νέου άρχοντά τους, του δημιουργού των νόμων και καταστροφέα των εθίμων.

Το συγκεντρωμένο πλήθος άνοιγε μπροστά στη Μουαραίν όταν καταλάβαινε ποια ήταν κι έτσι η Άες Σεντάι και η Εγκουέν προχωρούσαν σε άδειο χώρο. Η απουσία του Λαν ενοχλούσε τη Μουαραίν. Ο άνθρωπος δεν συνήθιζε να χάνεται, όταν υπήρχε περίπτωση να τον χρειαστεί· έτσι ήταν ο τρόπος του, να την παρακολουθεί λες κι αυτή δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της δίχως κηδεμόνα. Αν η Μουαραίν δεν είχε την ικανότητα να νιώθει το δεσμό που τους σύνδεε και δεν ήξερε ότι ο Λαν ήταν κοντά στην Πέτρα, ίσως να είχε ανησυχήσει.

Ο Λαν πάλευε με τα βρόχια που έριχνε γύρω του η Νυνάβε το ίδιο σκληρά που είχε παλέψει και τους Τρόλοκ στη Μάστιγα, όμως όσο κι αν πάσχιζε να το αρνηθεί, εκείνη η νεαρή τον είχε δέσει το ίδιο σφιχτά με τη Μουαραίν, αν και με άλλους τρόπους. Πιο εύκολα θα έκοβε ατσάλι με γυμνά χέρια, παρά εκείνα τα δεσμά. Δεν ήταν ακριβώς ζήλια αυτό που ένιωθε, όμως ο Λαν ήταν το όπλο της, η ασπίδα και ο σύντροφός της εδώ και πολλά χρόνια, και δεν θα τον άφηνε εύκολα να φύγει. Έκανα ό,τι έπρεπε να γίνει εκεί. Ας τον πάρει αυτή όταν πεθάνω, αλλά όχι πριν. Πού είναι αυτός ο άνθρωπος τέλος πάντων; Τι κάνει;

Μια γυναίκα με κόκκινη εσθήτα και δαντελωτό κολάρο, μια αλογομούρα Αρχόντισσα της Χώρας που λεγόταν Λέιθα, παραμέρισε με μια επιτηδευμένη κίνηση και η Μουαραίν την κοίταξε. Απλώς την κοίταξε, χωρίς να κόψει το βήμα της, αλλά η γυναίκα ανατρίχιασε και χαμήλωσε το βλέμμα. Η Μουαραίν ένευσε μόνη της. Δεχόταν το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι μισούσαν τις Άες Σεντάι, αλλά δεν ανεχόταν την απροκάλυπτη αγένεια, όταν ερχόταν να προστεθεί σε καλυμμένες μικροπροσβολές. Κι επίσης, οι υπόλοιποι έκαναν ένα ακόμα βήμα πίσω, όταν είδαν τη Λέιθα να υποχωρεί.