«Η καημένη», μουρμούρισε η Εγκουέν.
Η Μουαραίν ακολούθησε το βλέμμα της κοπέλας. Η Υψηλή Αρχόντισσα Αλτέιμα, που ήδη φορούσε μια εκτυφλωτικά λευκή εσθήτα με ψηλό κολάρο και μπέρτα, όπως συνήθιζαν οι Δακρινές χήρες, παρ' όλο που ο άντρας της ακόμα αργοπέθαινε, έδειχνε την περισσότερη αυτοκυριαρχία απ' όλους τους ευγενείς. Ήταν μια λεπτή, υπέροχη γυναίκα, που την ομόρφαινε ακόμα πιο πολύ το θλιμμένο χαμόγελο της, με μεγάλα, καστανά μάτια και μακριά, μαύρα μαλλιά, που χύνονταν ως τη μέση της. Ήταν ψηλή, αν και η Μουαραίν παραδεχόταν ότι συνήθως το έκρινε αυτό με βάση το δικό της ύψος, και με αρκετά πλούσιο στήθος. Οι Καιρχινοί δεν ήταν ψηλός λαός και η Αλτέιμα θεωρούνταν κοντή ακόμα και γι' αυτούς.
«Ναι, η καημένη», είπε, αλλά όχι με συμπάθεια. Ήταν καλό που η Εγκουέν ακόμα δεν ήταν τόσο έμπειρη, ώστε να βλέπει συνεχώς πέρα από την επιφάνεια. Ήταν ήδη λιγότερο εύπλαστη απ' όσο θα έπρεπε για να είναι στην ηλικία της, καθώς και για αρκετά χρόνια ακόμα. Έπρεπε να την πλάσει κι άλλο, πριν σκληρύνει.
Ο Θομ είχε αποτύχει στην περίπτωση της Αλτέιμα. Ή ίσως δεν ήθελε να το δει· έμοιαζε να έχει μια παράξενη απροθυμία να τα βάλει με γυναίκες. Η Υψηλή Αρχόντισσα Αλτέιμα ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από το σύζυγό της και τον εραστή της, και τους είχε και τους δύο του χεριού της. Ίσως ήταν πιο επικίνδυνη από κάθε άλλον στο Δάκρυ, είτε άντρα είτε γυναίκα. Δεν θα αργούσε να βρει άλλους να χρησιμοποιήσει. Η μέθοδος της Αλτέιμα ήταν να μένει πίσω από τις κουρτίνες και να κινεί τα νήματα. Κάτι έπρεπε να γίνει μ' αυτήν.
Η Μουαραίν κοίταξε τις σειρές των Υψηλών ευγενών ώσπου βρήκε την Εστάντα, που φορούσε κίτρινα μετάξια, ψηλό, δαντελωτό κολάρο κι ένα ασορτί καπελάκι. Η αυστηρή έκφραση σκίαζε την ομορφιά του προσώπου της και οι ματιές που έριχνε που και πού στην Αλτέιμα ήταν σαν μαχαίρια. Τα συναισθήματά μεταξύ των δυο τους ξεπερνούσαν την αντιζηλία· αν ήταν άντρες, η μια θα είχε κάνει το αίμα της άλλης να χυθεί σε κάποια μονομαχία εδώ και χρόνια. Αν οξυνόταν κι άλλο ο ανταγωνισμός τους, τότε η Αλτέιμα δεν θα είχε χρόνο να δημιουργήσει προβλήματα στον Ραντ.
Για μια στιγμή λυπήθηκε που είχε διώξει τον Θομ. Δεν της άρεσε να σπαταλά το χρόνο της με τέτοιες μικροϋποθέσεις. Αλλά ο Θομ είχε μεγάλη επιρροή στον Ραντ· ο μικρός έπρεπε να εξαρτάται από τις δικές της συμβουλές. Τις δικές της και μόνο τις δικές της. Το Φως ήξερε ότι ήταν δύστροπος, ακόμα και χωρίς άλλες παρεμβάσεις. Ο Θομ κανόνιζε την κατάσταση έτσι ώστε το αγόρι να βολευτεί και να κυβερνήσει το Δάκρυ, ενώ θα έπρεπε να προχωρήσει σε σημαντικότερα πράγματα. Όσο για το πώς θα δάμαζε τον Θομ, αυτό θα το αντιμετώπιζε αργότερα. Το θέμα τώρα ήταν ο Ραντ. Τι σκόπευε να αναγγείλει;
«Πού είναι; Φαίνεται έμαθε την πρώτη τέχνη των βασιλέων. Κάνε τους άλλους να σε περιμένουν».
Δεν συνειδητοποίησε ότι είχε μιλήσει, παρά μόνο όταν την κοίταξε έκπληκτη η Εγκουέν. Αμέσως έδιωξε την ενόχληση από το πρόσωπό της. Ο Ραντ τελικά θα εμφανιζόταν και η Μουαραίν θα μάθαινε τι σκόπευε να κάνει. Θα το μάθαινε μαζί με όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Παραλίγο να τρίξει τα δόντια της. Τι ανόητο παιδί, έτρεχε με φούρια μέσα στη νύχτα και δεν πρόσεχε τους γκρεμούς, δεν σκεφτόταν ότι θα έπεφτε και ο κόσμος, όχι μόνο ο ίδιος. Μακάρι μόνο να τον εμπόδιζε πριν ορμήσει για να σώσει το χωριό του. Ο Ραντ θα το ήθελε, μα τώρα δεν είχε περιθώριο γι' αυτό. Ίσως να μην το ήξερε· υπήρχε κι αυτή η ελπίδα.
Ο Ματ στεκόταν στην άλλη άκρη, απέναντι τους, αχτένιστος και καμπουριαστός, με τα χέρια στις τσέπες του πράσινου σακακιού του με τον ψηλό γιακά. Ήταν μισοξεκούμπωτος, ως συνήθως, και οι μπότες του ήταν φθαρμένες, σε αντίθεση με τις κομψές, προσεγμένες ενδυμασίες ολόγυρα του. Σάλεψε τα πόδια του νευρικά όταν την είδε να τον κοιτάζει και ύστερα της χάρισε ένα από τα αγενή, προκλητικά χαμόγελά του. Τουλάχιστον ήταν εκεί, μπροστά της. Ήταν μεγάλος κόπος να παρακολουθείς τον Ματ Κώθον, ο οποίος έμοιαζε να αποφεύγει τους κατασκόπους της με άνεση· ποτέ δεν έδειχνε να τους αντιλαμβάνεται, όμως εκείνοι που ήταν τα μάτια και τα αφτιά της ανέφεραν ότι έμοιαζε να εξαφανίζεται κάθε φορά που τον πλησίαζαν.
«Μου φαίνεται ότι κοιμάται με το σακάκι», είπε αποδοκιμαστικά η Εγκουέν. «Επίτηδες. Αναρωτιέμαι πού να είναι ο Πέριν». Πάτησε στις μύτες των ποδιών, προσπαθώντας να ψάξει πάνω από τα κεφάλια των συγκεντρωμένων. «Δεν τον βλέπω».
Η Μουαραίν έσμιξε τα φρύδια και κοίταξε προσεκτικά το πλήθος ― όχι ότι έβλεπε πέρα από την πρώτη σειρά. Ο Λαν θα μπορούσε να είναι ανάμεσα στις κολώνες. Δεν μπορούσε να τεντώσει το λαιμό της όμως, ή να χοροπηδήσει στις μύτες των ποδιών σαν ανυπόμονο παιδάκι. Όταν θα έπιανε στα χέρια της τον Λαν, θα του έλεγε δυο λογάκια που θα αργούσε να τα ξεχάσει. Με τη Νυνάβε να την τραβά από τη μια μεριά και τον τα'βίρεν —τουλάχιστον τον Ραντ― από την άλλη, η Μουαραίν μερικές φορές απορούσε που άντεχε τόσο πολύ ακόμα ο δεσμός τους. Τουλάχιστον ήταν χρήσιμος ο χρόνος που περνούσε με τον Ραντ· της έδινε άλλο ένα νήμα του νεαρού για να κινεί.