«Μπορεί να είναι μαζί με τη Φάιλε», είπε η Εγκουέν. «Σίγουρα δεν θα το έχει σκάσει, Μουαραίν. Ο Πέριν έχει ισχυρή την αίσθηση του καθήκοντος».
Όσο κι ένας Πρόμαχος, όπως ήξερε η Μουαραίν, κι αυτός ήταν ο λόγος που δεν τον είχε υπό επιτήρηση, όπως είχε προσπαθήσει να κάνει με τον Ματ. «Η Φάιλε προσπαθεί να τον πείσει να φύγουν, κορίτσι μου». Πιθανότατα θα ήταν μαζί της· συνήθως έτσι γινόταν. «Μη δείχνεις τόσο έκπληκτη. Συχνά συζητούν —και τσακώνονται― σε μέρη που μπορεί να τους ακούσει ο κόσμος».
«Δεν μένω κατάπληκτη επειδή το ξέρεις», είπε ξερά η Εγκουέν, «αλλά επειδή η Φάιλε προσπαθεί να τον μεταπείσει για κάτι που αυτός ξέρει ότι πρέπει να κάνει».
«Ίσως αυτή να μην το πιστεύει». Ούτε και η ίδια η Μουαραίν το πίστευε στην αρχή, δεν το είχε διακρίνει. Τρεις τα'βίρεν, όλοι συνομήλικοι, από το ίδιο χωριό· έπρεπε να είσαι τυφλός για να μην καταλάβεις ότι αυτοί οι τρεις είχαν κάποια σχέση. Όταν το έμαθε, όλα είχαν γίνει ακόμα πιο περίπλοκα. Ήταν σαν να προσπαθούσες να παίξεις με τρία χρωματιστά μπαλάκια του Θομ στο ένα χέρι, ενώ ένας επίδεσμος σου κλείνει τα μάτια· είχε δει τον Θομ να κάνει αυτό ακριβώς, αλλά η ίδια δεν θα ήθελε να δοκιμάσει. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να δείχνει πώς σχετίζονταν, ή αν έπρεπε να σχετίζονται· οι Προφητείες δεν μνημόνευαν συντρόφους του Αναγεννημένου Δράκοντα.
«Τη συμπαθώ», είπε η Εγκουέν. «Είναι καλή για τον Πέριν, είναι ό,τι του χρειάζεται. Και νοιάζεται βαθιά γι' αυτόν».
«Έτσι φαντάζομαι». Αν η Φάιλε γινόταν ενοχλητική, η Μουαραίν θα έπρεπε να της μιλήσει για όσα είχε κρατήσει μυστικά από τον Πέριν. Ή θα έβαζε κάποιον από τους ανθρώπους της να το κάνει. Αυτό θα της έκοβε τη φόρα.
«Το λες σαν να μην το πιστεύεις. Αγαπιούνται, Μουαραίν. Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν μπορείς να καταλάβεις τα ανθρώπινα συναισθήματα;»
Η Μουαραίν της έριξε μια σκληρή ματιά, που την έκανε να σκύψει το κεφάλι, όπως ήταν πρέπον. Το κορίτσι αυτό ήξερε πολύ λίγα και νόμιζε ότι ξέρει πάρα πολλά. Η Μουαραίν ήταν έτοιμη να την αποπάρει, όταν από τους Δακρινούς ακούστηκαν κοφτές κραυγές έκπληξης, ίσως και φόβου.
Το πλήθος μέριασε βιαστικά και με μεγάλη προθυμία, όσοι ήταν μπροστά έσπρωξαν με βία τους πίσω για να κάνουν χώρο, ανοίγοντας ένα πλατύ πέρασμα προς το χώρο κάτω από το θόλο. Ο Ραντ προχώρησε ατάραχος στο διάδρομο, κοιτώντας ίσια μπροστά, αγέρωχος, φορώντας ένα κόκκινο σακάκι με χρυσά, σπειροειδή σχέδια κεντημένα στα μανίκια και κρατώντας το Καλαντόρ στο δεξί χέρι σαν σκήπτρο. Όμως δεν ήταν μόνο αυτός που έκανε τους Δακρινούς να ανοίξουν δρόμο. Πίσω του έρχονταν περίπου εκατό Αελίτες, με δόρατα και τόξα στα χέρια, με τα σούφα τυλιγμένα στα κεφάλια τους και με μαύρα πέπλα στο πρόσωπο, που έκρυβαν τα πάντα εκτός από τα μάτια. Της Μουαραίν της φάνηκε ότι αναγνώριζε τον Ρούαρκ μπροστά, ακριβώς πίσω από τον Ραντ, αλλά μόνο από τις κινήσεις του. Ήταν ανώνυμοι. Έτοιμοι για σκοτωμό. Ήταν φανερό πως ο Ραντ, ό,τι κι αν σκόπευε να πει, ήθελε να καταπνίξει κάθε αντίσταση, πριν προλάβει να πάρει διαστάσεις.
Οι Αελίτες σταμάτησαν, αλλά ο Ραντ συνέχισε, ώσπου στάθηκε κάτω από το κέντρο του θόλου κι ύστερα το βλέμμα του διέτρεξε τη συγκέντρωση. Φάνηκε να ξαφνιάζεται, ίσως και να ταράζεται, από την παρουσία της Εγκουέν, αλλά χάρισε στη Μουαραίν ένα εξοργιστικό χαμόγελο και στον Ματ ένα άλλο, που έκανε και τους δύο να μοιάσουν με μικρά αγοράκια όταν του το ανταπέδωσε ο Ματ. Οι Δακρινοί είχαν ασπρίσει και δεν ήξεραν τι να πρωτοκοιτάξουν, τον Ραντ με το Καλαντόρ ή τους Αελίτες με τα πέπλα· και τα δύο μπορούσαν να σημάνουν το θάνατο ανάμεσά τους.
«Ο Υψηλός Άρχοντας Σούναμον», είπε έξαφνα και με δυνατή φωνή ο Ραντ, κάνοντας τον παχουλό ευγενή να τιναχτεί, «μου εγγυήθηκε ένα σύμφωνο με το Μαγιέν, ακολουθώντας απαρέγκλιτα τις οδηγίες που του έδωσα. Το εγγυήθηκε με τη ζωή του». Γέλασε σαν να είχε πει κάτι αστείο και οι περισσότεροι ευγενείς γέλασαν μαζί του. Όχι ο Σούναμον όμως, που έμοιαζε να έχει πάθει ναυτία. «Αν αποτύχει», ανακοίνωσε ο Ραντ, «συμφώνησε να πάει στην κρεμάλα και έτσι θα γίνει». Το γέλιο κόπηκε. Το πρόσωπο του Σούναμον πήρε μια αρρωστημένη πράσινη απόχρωση. Η Εγκουέν κοίταξε μπερδεμένη τη Μουαραίν, ενώ είχε πιάσει κι έσφιγγε τη φούστα της και με τα δύο χέρια. Η Μουαραίν απλώς περίμενε· ο Ραντ δεν είχε φέρει όλους τους άρχοντες που βρίσκονταν στην περιοχή για να τους αναφέρει μια συμφωνία ή για απειλήσει ένα χοντροβλάκα. Ξέσφιξε και η ίδια τα χέρια από τις φούστες της.