Выбрать главу

Ο Ραντ έκανε έναν κύκλο, ζυγίζοντας με το βλέμμα τα πρόσωπα που έβλεπε. «Εξαιτίας αυτού του συμφώνου, σύντομα θα υπάρχουν διαθέσιμα πλοία για να μεταφέρουν τα Δακρινά σιτηρά προς τη δύση, ώστε να βρουν καινούριες αγορές». Αυτό προκάλεσε μερικούς ευχαριστημένους ψιθύρους, που γρήγορα πνίγηκαν. «Όμως δεν είναι μονάχα αυτό. Οι δυνάμεις του Δακρύου ξεκινούν μια εκστρατεία».

Υψώθηκαν ζητωκραυγές, ενθουσιώδεις ιαχές που αντήχησαν στις οροφές. Οι άντρες, ακόμα και οι Υψηλοί Άρχοντες, άρχισαν να χοροπηδούν, όρθωσαν και κούνησαν ψηλά τις γροθιές τους, πέταξαν στον αέρα τα πλατύγυρα, βελούδινα καπέλα τους. Οι γυναίκες, χαμογελώντας με ευφορία σαν τους άντρες, γέμισαν με φιλιά αυτούς που θα πήγαιναν στον πόλεμο και μύρισαν με λεπτεπίλεπτο ύφος τα μικρά, πορσελάνινα μπουκαλάκια με τα άλατα, που δεν έλειπαν από καμία Δακρινή, κάνοντας ότι θα λιγοθυμούσαν από τα νέα. «Το Ίλιαν θα πέσει!» φώναξε κάποιος και εκατοντάδες φωνές το επανέλαβαν σαν κεραυνός. «Το Ίλιαν θα πέσει! Το Ίλιαν θα πέσει! Το Ίλιαν θα πέσει!»

Η Μουαραίν είδε τα χείλη ης Εγκουέν να σαλεύουν, τις λέξεις να συντρίβονται μέσα στους αλαλαγμούς. Μπορούσε, όμως, να τα διαβάσει. «Όχι, Ραντ. Σε παρακαλώ, όχι. Σε παρακαλώ, μη». Παραπέρα από τον Ραντ, ο Ματ έσμιγε τα φρύδια, αποδοκιμάζοντας βουβά. Η ίδια, η Εγκουέν και ο Ματ ήταν οι μόνοι που δεν αγαλλιούσαν, με εξαίρεση τους άγρυπνους Αελίτες και τον Ραντ. Το χαμόγελο του Ραντ ήταν στραβό, όλο περιφρόνηση, και δεν καθρεφτιζόταν στα μάτια του. Το πρόσωπό του ήταν ιδρωμένο. Η Μουαραίν αντίκρισε το σαρκαστικό βλέμμα του και έμεινε να περιμένει. Θα ακολουθούσαν περισσότερα νέα, τα οποία, όπως υποψιαζόταν, δεν θα της άρεσαν.

Ο Ραντ ύψωσε το αριστερό χέρι. Σιγά-σιγά έπεσε σιωπή, καθώς οι μπροστινοί καλούσαν με αγωνία τους πίσω να σωπάσουν. Περίμενε ώσπου έπεσε απόλυτη σιγή. «Ο στρατός θα προχωρήσει βόρεια, στην Καιρχίν. Θα τον διοικεί ο Υψηλός Άρχοντας Μάιλαν και υπό τις διαταγές του θα είναι οι Υψηλοί Άρχοντες Γκέγιαμ, Άρακομ, Χηρν, Μάρακον και Σίμααν. Τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση του στρατού αναλαμβάνει ο Υψηλός Άρχοντας Τορέαν, ο πλουσιότερος από σας, που θα συνοδεύσει το στρατό για να φροντίσει ότι τα χρήματά του θα δαπανώνται με σύνεση».

Νεκρική σιγή ακολούθησε αυτή την αναγγελία. Κανένας δεν σάλεψε, αν και ο ασχημούλης Τορέαν έδειξε να δυσκολεύεται να σταθεί όρθιος.

Η Μουαραίν αναγκάστηκε να υποκλιθεί νοερά στον Ραντ για τις επιλογές του. Στέλνοντας αυτούς τους επτά μακριά από το Δάκρυ, εξουδετέρωνε τις επτά πιο επικίνδυνες πλεκτάνες που εξυφαίνονταν εναντίον του, ενώ απ' αυτούς τους ανθρώπους, κανένας δεν εμπιστευόταν αρκετά τους άλλους ώστε να συνωμοτήσουν εναντίον του. Ο Θομ Μέριλιν του είχε δώσει καλές συμβουλές· προφανώς οι δικοί της κατάσκοποι δεν είχαν αντιληφθεί μερικά χαρτάκια που είχε χώσει ο βάρδος στις τσέπες του Ματ. Μα όσο για τα άλλα; Ήταν τρελό. Δεν μπορεί να του είχε δοθεί αυτή η απάντηση στην άλλη πλευρά του τερ'ανγκριάλ. Δεν ήταν δυνατόν.

Ο Μάιλαν προφανώς συμφωνούσε μαζί της, αν και όχι για τους ίδιους λόγους. Έκανε διστακτικά ένα βήμα μπροστά, ένας λιγνός, σκληροτράχηλος άντρας, που ήταν τόσο φοβισμένος ώστε φαινόταν το ασπράδι των ματιών του ολόγυρα από τις κόρες. «Άρχοντα Δράκοντα...» Κοντοστάθηκε, ξεροκατάπιε και ξανάρχισε με κάπως πιο ζωηρή φωνή. «Άρχοντα Δράκοντά μου, το να παρεμβαίνεις σε εμφύλιο πόλεμο είναι σαν να πατάς στο βάλτο. Δεκάδες φατρίες εποφθαλμιούν το Θρόνο του Ήλιου, με πλήθος συμμαχίες, που αλλάζουν καθώς προδίδονται καθημερινά. Εκτός αυτού, οι ληστές μαστίζουν την Καιρχίν σαν ψύλλοι σε αγριόχοιρο. Οι λιμοκτονούντες χωρικοί έχουν αδειάσει όλη τη χώρα. Πληροφορούμαι από αξιόπιστες πηγές ότι τρώνε φλοιούς και φύλλα. Άρχοντα Δράκοντά μου, η λέξη “βούρκος” αδυνατεί να περιγράψει —»

Ο Ραντ τον έκοψε. «Δεν θέλεις να απλωθεί η επιρροή του Δακρύου ως το Μαχαίρι του Σφαγέα, Μάιλαν; Δεν πειράζει. Ξέρω ποιος θέλω να καθίσει στο Θρόνο του Ήλιου. Δεν θα πας για να κατακτήσεις, Μάιλαν, αλλά για να επαναφέρεις το νόμο και την ειρήνη. Και για να ταΐσεις τους πεινασμένους. Υπάρχουν περισσότερα σιτηρά τώρα στις σιταποθήκες απ' όσα θα μπορούσε να πουλήσει το Δάκρυ και οι αγρότες θα έχουν ακόμα μεγαλύτερη σοδειά φέτος, εκτός αν δεν με υπακούσεις. Οι άμαξες θα τα μεταφέρουν βόρεια, πίσω από το στρατό, και αυτοί οι χωρικοί... Αυτοί οι χωρικοί δεν θα χρειάζεται πια να τρώνε φλοιούς, Άρχοντα Μάιλαν». Ο ψηλός ευγενής άνοιξε το στόμα του και ο Ραντ κατέβασε το Καλαντόρ, αγγίζοντας με τη μύτη το δάπεδο, ακριβώς μπροστά στον άλλο. «Θέλεις να ρωτήσεις κάτι, Μάιλαν;» Ο Μάιλαν, κουνώντας το κεφάλι, οπισθοχώρησε στο πλήθος, σαν να πάσχιζε να κρυφτεί.