«Ήξερα ότι δεν θα άρχιζε πόλεμο», είπε ζωηρά η Εγκουέν. «Το ήξερα».
«Λες να είναι λιγότεροι οι σκοτωμοί έτσι;» μουρμούρισε η Μουαραίν. Τι σκάρωνε ο μικρός; Τουλάχιστον δεν έτρεχε να σώσει το χωριό του, τη στιγμή που οι Αποδιωγμένοι θα αλώνιζαν τον κόσμο. «Τα πτώματα θα σχηματίζουν ψηλές στοίβες, κορίτσι μου. Δεν θα καταλάβεις διαφορά ανάμεσα σ' αυτό και σ' έναν πόλεμο».
Αν έκανε επίθεση στο Ίλιαν και στον Σαμαήλ, θα κέρδιζε χρόνο, ακόμα κι αν ο πόλεμος κατέληγε σε αδιέξοδο. Θα είχε χρόνο να μάθει τη δύναμη του και να κατανικήσει, ίσως, έναν από τους ισχυρότερους εχθρούς του, φοβίζοντας τους άλλους. Τι είχε να κερδίσει μ' αυτό; Ειρήνη για τη χώρα όπου είχε γεννηθεί η Μουαραίν, ανακούφιση για τους πεινασμένους Καιρχινούς· άλλοτε θα το επικροτούσε. Ήταν αξιέπαινος ο ανθρωπισμός του ― κι εντελώς παράλογος αυτή τη στιγμή. Θα προκαλούσε ένα άσκοπο αιματοκύλισμα, αντί να αντιμετωπίσει έναν εχθρό που θα μπορούσε να εξολοθρεύσει τον Ραντ, αν έβλεπε το παραμικρό ευάλωτο σημείο. Γιατί; Η Λανφίαρ. Τι του είχε πει η Λανφίαρ; Τι είχε κάνει; Οι πιθανότητες έφεραν μια παγωνιά στην καρδιά της Μουαραίν. Έπρεπε να προσέχει ακόμα περισσότερο τον Ραντ από δω και πέρα. Δεν θα του επέτρεπε να στραφεί στη Σκιά.
«Α, ναι», είπε ο Ραντ, σαν να είχε μόλις θυμηθεί κάτι. «Οι στρατιώτες δεν ξέρουν πώς να ταΐζουν πεινασμένους, έτσι δεν είναι; Γι' αυτό, νομίζω ότι θα χρειαστεί μια καλοσυνάτη, γυναικεία καρδιά. Αρχόντισσα Αλτέιμα, λυπάμαι που παρεμβαίνω στο θρήνο σου, αλλά μπορείς να αναλάβεις την επίβλεψη της διανομής των τροφίμων; Θα έχεις να ταΐσεις ένα έθνος».
Και να κερδίσει εξουσία, σκέφτηκε η Μουαραίν. Αυτό ήταν το πρώτο σφάλμα του. Εκτός, φυσικά, από το γεγονός ότι είχε προτιμήσει την Καιρχίν έναντι του Ίλιαν. Η Αλτέιμα σίγουρα θα επέστρεφε στο Δάκρυ ισότιμη του Μάιλαν ή του Γκέγιαμ, έτοιμη για περαιτέρω συνωμοσίες. Θα κατόρθωνε να βάλει να τον δολοφονήσουν, αν εκείνος δεν είχε το νου του. Ίσως να σχεδιάσει ένα ατύχημα στην Καιρχίν.
Η Αλτέιμα άπλωσε τις λευκές φούστες της και έκλινε με χάρη το γόνυ, δείχνοντας μόνο ένα μέρος της έκπληξης που ένιωθε. «Ο Άρχοντας Δράκοντας διατάζει κι εγώ υπακούω. Με μεγάλη χαρά θα υπηρετήσω τον Άρχοντα Δράκοντα».
«Είμαι βέβαιος γι' αυτό», είπε σαρκαστικά ο Ραντ. «Όσο πολύ κι αν αγαπάς το σύζυγό σου, δεν θα τον ήθελες μαζί σου στην Καιρχίν. Οι συνθήκες θα είναι δύσκολες για έναν ασθενή. Πήρα το θάρρος να τον μεταφέρω στα διαμερίσματα της Υψηλής Αρχόντισσας Εστάντα. Θα τον φροντίζει όσο απουσιάζεις και θα τον στείλει να σε συναντήσει στην Καιρχίν, όταν θεραπευτεί». Ένα σφιχτό χαμόγελο θριάμβου χαράχτηκε στο πρόσωπο της Εστάντα. Τα μάτια της Αλτέιμα γύρισαν και σωριάστηκε κάτω.
Η Μουαραίν κούνησε ανάλαφρα το κεφάλι. Στ' αλήθεια ο Ραντ ήταν πιο σκληρός από παλιά. Πιο επικίνδυνος. Η Εγκουέν έκανε να πλησιάσει την πεσμένη γυναίκα, όμως η Μουαραίν την έπιασε από τον ώμο. «Νομίζω ότι απλώς την κατέκλυσαν τα συναισθήματα. Το καταλαβαίνω, ξέρεις. Οι αρχόντισσες τη φροντίζουν». Αρκετές απ' αυτές είχαν μαζευτεί γύρω της, χτυπώντας της τα χέρια και δίνοντάς της άλατα να μυρίσει. Εκείνη έβηξε, άνοιξε τα μάτια και φάνηκε έτοιμη να λιποθυμήσει ξανά, όταν είδε την Εστάντα να στέκεται από πάνω της.
«Ο Ραντ μόλις έκανε κάτι πολύ έξυπνο, νομίζω», είπε η Εγκουέν με μια φωνή χωρίς κανένα συναίσθημα. «Και πολύ άσπλαχνο. Καλά κάνει και δείχνει να ντρέπεται».
Ο Ραντ πράγματι αυτή την έκφραση είχε, κοιτάζοντας με μια γκριμάτσα τις πλάκες του δαπέδου κάτω από τις μπότες του. Ίσως να μην ήταν τόσο σκληρός όσο προσπαθούσε να είναι.
«Δεν ήταν άδικο όμως», παρατήρησε η Μουαραίν. Η κοπέλα ήταν πολλά υποσχόμενη και σχεδόν ρουφούσε αυτά που δεν καταλάβαινε. Παρ' όλα αυτά, όμως, έπρεπε να μάθει να ελέγχει τα συναισθήματά της, να βλέπει τι έπρεπε να γίνει, όχι μόνο αυτό που επιθυμούσε να γίνει. «Ας ελπίσουμε ότι δεν θα έχει κάτι άλλο έξυπνο να κάνει σήμερα».
Ελάχιστοι στη μεγάλη αίθουσα καταλάβαιναν τι ακριβώς είχε συμβεί, μόνο ότι η λιποθυμία της Αλτέιμα είχε ταράξει τον Άρχοντα Δράκοντα. Κάτι λίγοι στο βάθος κραύγασαν «η Καιρχίν θα πέσει!» όμως οι φωνές τους δεν βρήκαν μιμητές.
«Με σένα να μας οδηγείς, Άρχοντα Δράκοντά μου, θα κατακτήσουμε τον κόσμο!» φώναξε ένας νεαρός με βλογιοκομμένο δέρμα, που κρατούσε τον Τορέαν, ίσως για να μην πέσει. Ήταν ο Εστέαν, ο μεγάλος γιος του Τορέαν· η ομοιότητα ήταν φανερή, αν και ο πατέρας ακόμα μουρμούριζε μόνος του.
Ο Ραντ σήκωσε απότομα το κεφάλι, σαν ξαφνιασμένος. Ή ίσως θυμωμένος. «Δεν θα είμαι μαζί σας. Θα... φύγω μακριά για ένα διάστημα». Αυτό φυσικά τους έκανε πάλι να σιωπήσουν. Όλα τα βλέμματα ήταν πάνω του, αλλά η δική του προσοχή ήταν στο Καλαντόρ. Το πλήθος τρόμαξε όταν ο Ραντ ύψωσε τη λεπίδα μπροστά στο πρόσωπό του. Ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του, πολύ περισσότερος από πριν. «Η Πέτρα κράτησε το Καλαντόρ πριν έρθω. Η Πέτρα θα πρέπει να το κρατήσει πάλι, μέχρι να επιστρέψω».