Ξαφνικά, το διάφανο σπαθί φλογίστηκε στα χέρια του. Το στριφογύρισε για να έρθει η λαβή από πάνω και το κατέβασε. Μέσα στο πέτρινο δάπεδο. Άγριοι, γαλαζωποί κεραυνοί πετάχτηκαν προς το θόλο ψηλά. Η πέτρα μπουμπούνισε δυνατά και η Πέτρα σείστηκε, χόρεψε, σώριασε κάτω ανθρώπους που ούρλιαζαν.
Η Μουαραίν έσπρωξε στην άκρη την Εγκουέν, που είχε πέσει πάνω της, ενώ ακόμα οι δονήσεις ταξίδευαν στην αίθουσα, και σηκώθηκε με κόπο. Τι είχε κάνει; Και γιατί; Θα έφευγε; Ήταν ο χειρότερος εφιάλτης της.
Οι Αελίτες είχαν ήδη σταθεί όρθιοι. Όλοι οι άλλοι κείτονταν αποσβολωμένοι ή ζαρωμένοι στα χέρια και τα γόνατα. Εκτός από τον Ραντ. Αυτός ήταν στηριγμένος στο ένα γόνατο και κρατούσε με τα δύο χέρια τη λαβή του Καλαντόρ, του οποίου η λεπίδα είχε χωθεί η μισή στις πέτρες του δαπέδου. Το σπαθί ήταν πάλι διαυγές κρύσταλλο. Το πρόσωπό του γυάλιζε από τον ιδρώτα. Άνοιξε τα χέρια, με τα δάχτυλα να ξεκολλούν ένα-ένα, και τα κράτησε μισόκλειστα, σαν κούπα, γύρω από τη λαβή, χωρίς να την αγγίζει. Για μια στιγμή της Μουαραίν της φάνηκε ότι θα το ξανάπιανε, αλλά αυτός σηκώθηκε με δυσκολία. Είχε πράγματι δυσκολευτεί· η Μουαραίν ήταν σίγουρη γι' αυτό.
«Αυτό να βλέπετε όσο θα λείπω». Η φωνή του ήταν πιο ανάλαφρη, έμοιαζε πιο πολύ με τη φωνή που είχε όταν τον είχε πρωτοβρεί στο χωριό του, αλλά δεν ήταν λιγότερο σίγουρη ή σταθερή απ' ό,τι πριν από λίγες στιγμές. «Να το βλέπετε και να με θυμάστε. Να θυμάστε ότι θα ξανάρθω γι' αυτό. Αν θελήσει κανείς να πάρει τη θέση μου, αρκεί να το τραβήξει». Τους κούνησε το δάχτυλο, σχεδόν ζαβολιάρικα. «Να θυμάστε, όμως, το αντίτιμο της αποτυχίας».
Έκανε στροφή επιτόπου και βγήκε από την αίθουσα, με τους Αελίτες να τον ακολουθούν. Κοιτάζοντας το σπαθί που ξεπρόβαλλε από το πάτωμα της Καρδιάς, οι Δακρινοί σηκώθηκαν όρθιοι αργά. Οι περισσότεροι έδειχναν σαν να ήταν έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια, αλλά δεν το έκαναν επειδή φοβούνταν.
«Μα τι άνθρωπος είναι!» γκρίνιαξε η Εγκουέν, ξεσκονίζοντας το πράσινο, λινό φόρεμα της. «Τρελάθηκε;» Έφερε το χέρι στο στόμα. «Αχ, Μουαραίν, δεν πιστεύω να τρελάθηκε; Τρελάθηκε; Όχι ακόμα, έτσι δεν είναι;»
«Το Φως να δώσει να μην έχει γίνει αυτό», μουρμούρισε η Μουαραίν. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια από το σπαθί, όπως και οι Δακρινοί. Στο Φως να πάει το αγόρι! Γιατί δεν μπορούσε να μείνει απαράλλαχτος ο φιλικός νεαρός που είχε γνωρίσει η Μουαραίν στο Πεδίο του Έμοντ; Τον πήρε στο κατόπι, διστακτικά στην αρχή. «Μα θα το μάθω».
Σχεδόν τρέχοντας, τον πρόφτασαν σε μια φαρδιά σάλα με υφαντά. Οι Αελίτες, με τα πέπλα ανοιχτά και κρεμασμένα τώρα, που όμως εύκολα θα τα σήκωναν, αν χρειαζόταν, παραμέρισαν χωρίς να σταματήσουν. Την κοίταξαν, όπως και την Εγκουέν, με πρόσωπα σκληρά και παγωμένα, που όμως είχαν στα μάτια την επιφυλακτικότητα που έδειχναν πάντα οι Αελίτες όταν ήταν κοντά σε Άες Σεντάι.
Πώς μπορούσαν να νιώθουν αναστάτωση μαζί της, ενώ ταυτόχρονα ακολουθούσαν τον Ραντ, αυτό η Μουαραίν δεν το καταλάβαινε. Ήταν δύσκολο να μάθει κανείς γι' αυτούς κάτι παραπάνω, μόνο αποσπασματικά στοιχεία. Απαντούσαν αβίαστα στις ερωτήσεις της ― για όλα όσα δεν την ενδιέφεραν. Οι πληροφοριοδότες της δεν είχαν βρει τίποτα, ούτε και η ίδια όταν κρυφάκουγε, και τώρα το δίκτυο των ματιών και των αφτιών της δεν προσπαθούσε καν. Είχαν σταματήσει όταν εκείνη η γυναίκα είχε βρεθεί δεμένη, φιμωμένη και κρεμασμένη από τους αστραγάλους στις επάλξεις, κοιτάζοντας έντρομη τα εκατόν είκοσι μέτρα που τη χώριζαν από το έδαφος, κι όταν ο άντρας είχε απλώς εξαφανιστεί. Ο άντρας δεν είχε ξαναφανεί· η γυναίκα, αρνούμενη να ανέβει ψηλότερα από το ισόγειο, ήταν μια διαρκής υπενθύμιση για τη Μουαραίν, μέχρι που στο τέλος την έστειλε στην εξοχή.
Ο Ραντ δεν έκοψε το βήμα όταν η Μουαραίν και η Εγκουέν τον πλεύρισαν από δεξιά κι αριστερά. Και το δικό του βλέμμα ήταν επιφυλακτικό, όμως με διαφορετικό τρόπο και με μια δόση αγανάκτησης και θυμού. «Νόμιζα ότι είχες φύγει», είπε στην Εγκουέν. «Νόμιζα ότι είχες πάει με την Ηλαίην και τη Νυνάβε. Έπρεπε να φύγεις. Ακόμα και το Τάντσικο είναι... Γιατί έμεινες;»
«Δεν θα μείνω πολύ ακόμα», είπε η Εγκουέν. «Θα πάω στην Ερημιά με την Αβιέντα, στο Ρουίντιαν, για να κάνω μαθήματα με τις Σοφές.
Ο Ραντ παραλίγο να σκοντάψει όταν η Εγκουέν ανέφερε την Ερημιά, την κοίταξε αβέβαιος και ύστερα συνέχισε με μεγάλες δρασκελιές. Τώρα έμοιαζε να έχει ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του, σε υπερβολικό βαθμό μάλιστα, σαν τσαγιέρα που βράζει με το καπάκι δεμένο και το στόμιο σφραγισμένο. «Θυμάσαι που κολυμπούσαμε στο Νεροδάσος;» της είπε χαμηλόφωνα. «Μου άρεσε να επιπλέω ανάσκελα στη λιμνούλα και να σκέφτομαι ότι το πιο δύσκολο πράγμα που θα έκανα ποτέ ήταν το όργωμα του χωραφιού, εκτός αν ήταν το κούρεμα των προβάτων. Να τα κουρεύεις από το χάραμα ως το σούρουπο, χωρίς καλά-καλά να σταματάς για να φας κάτι πριν τελειώσει η δουλειά».