«Το γνέσιμο», είπε η Εγκουέν. «Το σιχαινόμουν πιο πολύ και από το σφουγγάρισμα των πατωμάτων. Ξέρεις πώς πονάνε τα δάχτυλά σου όταν στρίβεις τις ίνες;»
«Γιατί το έκανες;» ρώτησε η Μουαραίν, πριν συνεχίσουν τις παιδικές αναμνήσεις.
Εκείνος την κοίταξε λοξά, μ' ένα χαμόγελο κοροϊδευτικό, λες και ήταν ο Ματ. «Μπορούσα λες στ' αλήθεια να την κρεμάσω εκεί μπροστά, επειδή προσπάθησε να σκοτώσει έναν άνθρωπο που σχεδίαζε να με σκοτώσει; Θα ήταν πιο δίκαιο απ' αυτό που έκανα;» Το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό του. «Υπάρχει δικαιοσύνη σε κάτι που κάνω; Ο Σούναμον θα κρεμαστεί αν αποτύχει. Επειδή εγώ το είπα. Θα του αξίζει, αφού προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση χωρίς να νοιάζεται αν πεινά ο λαός του, όμως δεν θα πήγαινε στην αγχόνη γι' αυτό. Θα κρεμαστεί επειδή εγώ είπα να τον κρεμάσουν. Επειδή το είπα».
Η Εγκουέν τον έπιασε από το μπράτσο, αλλά η Μουαραίν δεν του επέτρεψε την παρέκβαση. «Ξέρεις ότι δεν εννοούσα αυτό».
Αυτός ένευσε· τώρα το χαμόγελο του είχε κάτι τρομερό, κάτι νεκρικό πάνω του. «Το Καλαντόρ. Μ' αυτό στα χέρια μπορώ να κάνω τα πάντα. Τα πάντα. Ξέρω ότι μπορώ να κάνω τα πάντα. Τώρα, όμως, είναι ένα βάρος που έφυγε από πάνω μου. Δεν το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;» Δεν το καταλάβαινε, αν και την ενοχλούσε που ο Ραντ είχε αντιληφθεί ότι δεν το είχε καταλάβει. Έμεινε σιωπηλή και αυτός συνέχισε. «Ίσως να σε βοηθήσει αν μάθεις ότι προέρχεται από τις Προφητείες.
«Βλέπεις; Κατευθείαν από τις Προφητείες».
«Ξεχνάς ένα πράγμα», του είπε με πνιχτή φωνή. «Τράβηξες το Καλαντόρ εκπληρώνοντας την προφητεία. Οι ασφάλειες που το κρατούσαν, περιμένοντάς σε πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, δεν υπάρχουν πια. Δεν είναι πια το Ανέγγιχτο Σπαθί. Εγώ η ίδια θα μπορούσα να διαβιβάσω και να το βγάλω. Και το χειρότερο είναι ότι αυτό θα μπορούσε να κάνει και κάθε Αποδιωγμένος. Τι θα συμβεί αν επιστρέψει η Λανφίαρ; Δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το Καλαντόρ, ούτε κι εγώ, αλλά θα μπορούσε να το πάρει». Αυτός δεν αντέδρασε στο όνομά της. Επειδή δεν τη φοβόταν —σε αυτή την περίπτωση ήταν ανόητος― ή για άλλο λόγο; «Αν το Καλαντόρ πέσει στα χέρια του Σαμαήλ, του Ράχβιν ή κάποιου άλλου άρρενος Αποδιωγμένου, τότε θα μπορεί να το χειριστεί όπως εσύ. Για σκέψου να αντιμετωπίσεις τη δύναμη που εγκατέλειψες τόσο αμέριμνα. Σκέψου τη δύναμη αυτή στα χέρια της Σκιάς».
«Σχεδόν ελπίζω να το προσπαθήσουν». Ένα απειλητικό φως έλαμψε στα μάτια του· έμοιαζαν με γκρίζα σύννεφα γεμάτα θύελλες. «Υπάρχει μια έκπληξη, που περιμένει όποιον προσπαθήσει να πάρει το Καλαντόρ διαβιβάζοντας, Μουαραίν. Μη σου περάσει από το νου να το πας στο Λευκό Πύργο για να το φυλάξουν· δεν μπορούσα να κάνω την παγίδα επιλεκτική. Το μόνο που χρειάζεται είναι η Δύναμη για να κλείσει και να ξανανοίξει, έτοιμη να παγιδεύσει και πάλι. Δεν εγκαταλείπω το Καλαντόρ παντοτινά. Μόνο μέχρι να...» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Το Καλαντόρ θα μείνει εκεί, μέχρι να επιστρέψω για να το πάρω. Με το να είναι εκεί, θυμίζοντάς τους ποιος είμαι και τι είμαι, εξασφαλίζει ότι θα μπορώ να επιστρέψω δίχως στρατό. Είναι ένα είδος καταφυγίου, με υποκείμενα σαν την Αλτέιμα και τον Σούναμον να με καλωσορίζουν στο σπίτι μου — αν η Αλτέιμα επιζήσει από τη δικαιοσύνη που θα της επιφυλάξουν ο σύζυγος της και η Εστάντα, κι αν ο Σούναμον επιζήσει από τη δική μου. Φως μου, τι θλιβερός ιστός».
Δεν μπορούσε να την κάνει επιλεκτική ή δεν ήθελε; Η Μουαραίν σκόπευε να μην υποβαθμίζει τις ικανότητές του. Η θέση του Καλαντόρ ήταν στον Πύργο, αν δεν ήθελε να το κρατήσει όπως έπρεπε, η θέση του ήταν στον Πύργο μέχρι να θελήσει να το κρατήσει. «Μόνο μέχρι» τι; Ο Ραντ είχε αρχίσει να λέει κάτι διαφορετικό, όχι το «μέχρι να επιστρέψω» που είπε. Μα τι;
«Και πού θα πας; Ή θες να είναι κι αυτό ένα μυστήριο;» Μέσα της ορκιζόταν σιωπηλά να μην τον αφήσει να δραπετεύσει ξανά, να τον μεταπείσει με κάποιον τρόπο αν ήθελε να τρέξει στους Δύο Ποταμούς, αλλά εκείνος την ξάφνιασε.