«Δεν είναι μυστήριο, Μουαραίν, τουλάχιστον για σένα και την Εγκουέν». Κοίταξε την Εγκουέν και είπε μια λέξη. «Ρουίντιαν».
Η κοπέλα γούρλωσε τα μάτια κατάπληκτη, σαν να μην είχε ξανακούσει τη λέξη. Κι η Μουαραίν δεν ήταν λιγότερο αιφνιδιασμένη. Ένα σούσουρο ακούστηκε από τους Αελίτες, όταν όμως γύρισε το βλέμμα πίσω, προχωρούσαν χωρίς την παραμικρή έκφραση στα πρόσωπα τους. Ευχήθηκε να μπορούσε να τους στείλει αλλού, όμως δεν θα έφευγαν με δική της διαταγή και δεν ήθελε να ζητήσει από τον Ραντ να τους διώξει. Δεν θα βοηθούσε τη θέση της με τον Ραντ αν του ζητούσε χάρες, ειδικά όταν υπήρχε πιθανότητα να της αρνηθεί.
«Δεν είσαι αρχηγός φατρίας Αελιτών, Ραντ», του είπε σταθερά, «και δεν χρειάζεται να γίνεις. Ο αγώνας σου είναι από αυτή την πλευρά του Δρακοτείχους. Εκτός αν... Μήπως αυτό προέρχεται από τις απαντήσεις του τερ'ανγκριάλ; Η Καιρχίν, το Καλαντόρ και το Ρουίντιαν; Σου είπα ότι αυτές οι απαντήσεις μπορεί να είναι διφορούμενες. Μπορεί να τις παρερμήνευσες κι αυτό ίσως να αποβεί μοιραίο. Όχι μόνο για σένα».
«Πρέπει να με εμπιστευτείς, Μουαραίν. Όπως αναγκάστηκα συχνά να σε εμπιστευτώ κι εγώ». Το πρόσωπό του ήταν τόσο δυσανάγνωστο, που θα μπορούσε να είναι πρόσωπο Αελίτη.
«Προς το παρόν θα σε εμπιστευτώ. Μόνο μην περιμένεις πολύ μέχρι να ζητήσεις την καθοδήγησή μου, επειδή μπορεί να είναι πολύ αργά». Δεν θα σε αφήσω να πας στη Σκιά. Δούλεψα πολύ σκληρά, δεν θα σου το επιτρέψω τώρα. Με κάθε τρόπο.
22
Φεύγοντας Από Την Πέτρα
Ήταν μια παράξενη πομπή αυτή που οδήγησε ο Ραντ έξω από την Πέτρα, με κατεύθυνση την ανατολή. Τα άσπρα σύννεφα έκρυβαν το μεσημεριάτικο ήλιο και μια πνοή αέρα χάιδευε την πόλη. Κατόπιν διαταγής του, δεν είχαν γίνει ούτε αναγγελίες, ούτε ανακοινώσεις, αλλά σιγά-σιγά το νέο μαθεύτηκε για κάτι που γινόταν: οι πολίτες παράτησαν ό,τι κι αν έκαναν και έτρεξαν να βρουν σημεία με θέα. Οι Αελίτες προήλαυναν στην πόλη, έφευγαν από την πόλη. Οι άνθρωποι που δεν τους είχαν δει να έρχονται μέσα στη νύχτα, που δεν πίστευαν καν ότι Αελίτες βρίσκονταν στην Πέτρα, άρχισαν να γεμίζουν τους δρόμους σ' όλη τη διαδρομή τους, να στριμώχνονται στα παράθυρα, να σκαρφαλώνουν ακόμα και στις κεραμιδένιες σκεπές, να κάθονται καβάλα στις δίριχτες στέγες και στις γωνιές που σχημάτιζαν οι ταράτσες. Ακούγονταν μουρμουρητά, καθώς μετρούσαν τους Αελίτες. Αυτές οι λίγες εκατοντάδες αποκλείεται να είχαν καταλάβει την Πέτρα. Η σημαία του Δράκοντα ακόμα ανέμιζε πάνω από το φρούριο. Πρέπει να υπήρχαν χιλιάδες Αελίτες εκεί μέσα. Και ο Άρχοντας Δράκοντας.
Ο Ραντ ίππευε άνετα με το πουκάμισο του μόνο, σίγουρος ότι κανείς από τους θεατές δεν θα τον έπαιρνε για κάτι πέρα από το συνηθισμένο. Ένας ξενομερίτης, που ήταν αρκετά πλούσιος ώστε να πάει ιππεύοντας —και μάλιστα πάνω σ' ένα θαυμάσιο σταχτή, πιτσιλωτό επιβήτορα, από τις καλύτερες ράτσες του Δακρύου― ένας πλούσιος που ταξίδευε με την πιο παράξενη παρέα που έβαζε ο νους, μα σίγουρα ένας απλός άνθρωπος, παρ' όλα αυτά. Δεν ήταν καν ο αρχηγός της παράξενης συντροφιάς· αυτός ο τίτλος σίγουρα ανήκε στον Λαν ή στη Μουαραίν, παρά το γεγονός ότι προχωρούσαν με τα άλογά τους κάποια απόσταση πιο πίσω του, ακριβώς μπροστά από τους Αελίτες. Το χαμηλό, γεμάτο δέος σούσουρο που συνόδευε το πέρασμά του δυνάμωνε για τους Αελίτες, όχι γι' αυτόν. Κι ίσως, μάλιστα, οι Δακρινοί να τον περνούσαν για ιπποκόμο, που καβαλούσε το άλογο του αφέντη του. Μπα, όχι αυτό· τουλάχιστον όχι εκεί μπροστά που ήταν. Εν πάση περιπτώσει, ήταν μια ωραία μέρα. Η ζέστη ήταν απλώς αντιληπτή, όχι ανυπόφορη. Κανένας δεν θα περίμενε απ' αυτόν να αποδώσει δικαιοσύνη ή να κυβερνήσει ένα έθνος. Μπορούσε να απολαύσει τη διαδρομή μέσα στην ανωνυμία, να απολαύσει μια φορά την αύρα. Προς το παρόν, μπορούσε να ξεχάσει την αίσθηση που του έδιναν οι σημαδεμένες με τους ερωδιούς παλάμες του στα γκέμια. Για λίγο ακόμα, σκέφτηκε. Λίγο ακόμα.
«Ραντ», είπε η Εγκουέν, «στ' αλήθεια νομίζεις ότι ήταν σωστό να αφήσεις τους Αελίτες να πάρουν όλα αυτά τα πράγματα;» Ο Ραντ κοίταξε γύρω, όταν εκείνη έφερε δίπλα του την γκρίζα φοράδα της, την Ομίχλη. Κάπου είχε βρει ένα σκούρο πράσινο, σχιστό φόρεμα, ενώ μια λωρίδα πράσινου υφάσματος συγκρατούσε τα μαλλιά της στο σβέρκο.
Η Μουαραίν κι ο Λαν ακόμα έμεναν πέντ' έξι δρασκελιές πιο πίσω, εκείνη πάνω στη λευκή φοράδα της, φορώντας μια γαλάζια, μεταξωτή στολή ιππασίας με σχιστή φούστα και μ' ένα χρυσό διχτάκι να πιάνει τα μαύρα μαλλιά της, εκείνος καβάλα στο μεγάλο, μαύρο, πολεμικό του άτι, φορώντας το μανδύα Προμάχου, που μάλλον προκαλούσε τόσα επιφωνήματα στους θεατές όσα και οι Αελίτες. Όταν η αύρα έκανε το μανδύα του να σαλεύει, πάνω του κυμάτιζαν αποχρώσεις του πράσινου, του καφέ και του γκρίζου· όταν κρεμόταν ασάλευτος, με κάποιον τρόπο έμοιαζε να σβήνει και να γίνεται ένα με ό,τι υπήρχε πίσω του, έτσι το βλέμμα έμοιαζε να διαπερνά τον Λαν και το άτι του. Δεν ήταν ευχάριστο να το βλέπεις.