Выбрать главу

Του έφτανε η σιωπή. Τα τελευταία απομεινάρια της πόλης τα διαδέχθηκαν η εξοχή και κάποια σκόρπια, αξιολύπητα αγροκτήματα. Ακόμα και οι Κόνγκαρ ή οι Κόπλιν, που ήταν διαβόητοι για την τεμπελιά τους μεταξύ άλλων, δεν θα άφηναν ένα σπίτι να χαλάσει και να μισογκρεμιστεί, όπως ήταν αυτά τα πρόχειρα, πέτρινα σπίτια, που οι τοίχοι έγερναν σαν να ήταν έτοιμοι να σωριαστούν πάνω στις κότες, που έσκαβαν το χώμα. Βουλιαγμένοι αχυρώνες έγερναν πάνω σε δάφνες και μπαχαρόξυλα. Οι στέγες με τα ραγισμένα και τα σπασμένα κεραμίδια έδειχναν ότι, όταν έβρεχε, θα άφηναν τα νερά να περάσουν. Τα κατσίκια βέλαζαν απαρηγόρητα σε μάντρες από πέτρες, που έμοιαζαν να έχουν φτιαχτεί βιαστικά το ίδιο πρωί. Σκυφτοί, ξυπόλητοι άντρες και γυναίκες τσάπιζαν χωράφια δίχως φράχτες και δεν σήκωναν το βλέμμα ακόμα κι όταν περνούσε η πολυπληθής ομάδα. Οι κοκκινόραμφοι και οι τσίχλες, που κελαηδούσαν στα αλσύλλια, δεν έφταναν για να ελαφρύνουν την αίσθηση του ζόφου που σε πλάκωνε.

Κάτι πρέπει να κάνω γι' αυτό. Να... Όχι, όχι τώρα. Όλα με τη σειρά τους. Έκανα ό,τι μπορούσα γι αυτούς μέσα σε λίγες βδομάδες. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα περισσότερο τώρα. Προσπάθησε να μην κοιτάζει τις άθλιες φάρμες. Άραγε ήταν εξίσου άσχημα και στους ελαιώνες του νότου; Οι άνθρωποι που δούλευαν εκεί δεν ήταν καν ιδιοκτήτες της γης· όλα ανήκαν στους Υψηλούς Άρχοντες. Όχι. Η αύρα. Ωραία έτσι που απαλύνει τη ζέστη. Μπορώ να το απολαύσω λίγο ακόμα. Πρέπει να τους το πω σύντομα.

«Ραντ», έκανε ξαφνικά η Εγκουέν, «θέλω να σου μιλήσω». Ήταν κάτι σοβαρό, κρίνοντας από την έκφραση της· τα μεγάλα, μαύρα μάτια της, που είχαν στυλωθεί πάνω του, θύμιζαν λιγάκι τα μάτια της Νυνάβε, όταν ήταν έτοιμη να του κάνει κήρυγμα. «Θέλω να σου πω για την Ηλαίην».

«Τι να μου πεις γι' αυτήν;» ρώτησε επιφυλακτικά. Άγγιξε το θύλακο του, όπου δύο γράμματα έτριζαν πάνω σε ένα μικρό, σκληρό αντικείμενο. Αν δεν ήταν γραμμένα και τα δύο με την ίδια κομψή, ρέουσα γραφή, δεν θα πίστευε ότι ήταν από την ίδια γυναίκα. Και μάλιστα ύστερα από τόσα φιλιά και αγκαλιάσματα. Ήταν πιο εύκολο να καταλάβεις τους Υψηλούς Άρχοντες, παρά τις γυναίκες.

«Γιατί την άφησες να φύγει έτσι;»

Αυτός έμεινε να την κοιτάζει μπερδεμένος. «Ήθελε να φύγει. Θα έπρεπε να τη δέσω για να τη σταματήσω. Εκτός αυτού, θα είναι πιο ασφαλής στο Τάντσικο, παρά κοντά μου —ή κοντά στον Ματ― αν πρόκειται να προσελκύουμε φυσαλίδες κακού, όπως λέει η Μουαραίν. Το ίδιο κι εσύ».

«Δεν εννοούσα αυτό. Φυσικά και ήθελε να φύγει. Δεν είχες δικαίωμα να την εμποδίσεις. Αλλά γιατί δεν της είπες ότι θα προτιμούσες να μείνει;»

«Ήθελε να φύγει», επανέλαβε αυτός και μπερδεύτηκε ακόμα περισσότερο, όταν εκείνη κοίταξε αγανακτισμένη ψηλά, σαν να της μιλούσε κορακίστικα. Αφού δεν είχε δικαίωμα να την εμποδίσει κι αφού εκείνη ήθελε να φύγει, γιατί έπρεπε να προσπαθήσει νά τη μεταπείσει, τη στιγμή που θα διέτρεχε και λιγότερο κίνδυνο αν έφευγε;

Η Μουαραίν μίλησε ακριβώς από πίσω τους. «Είσαι έτοιμος να μου πεις το επόμενο μυστικό; Ήταν φανερό ότι μου κρύβεις κάτι, Τουλάχιστον θα μπορέσω να σου πω αν πηγαίνεις ίσια στο γκρεμό».

Ο Ραντ αναστέναξε. Δεν είχε ακούσει τη Μουαραίν και τον Λαν να ζυγώνουν. Και τον Ματ επίσης, παρ' όλο που ακόμα κρατούσε απόσταση από την Άες Σεντάι. Το πρόσωπο του Ματ ήταν μια ζωγραφιά· αμφιβολία, απροθυμία και μια απαισιόδοξη αποφασιστικότητα εναλλάσσονταν στην έκφραση του, ειδικά όταν έριχνε τη ματιά του στη Μουαραίν. Δεν την κοίταζε απευθείας, μόνο με την άκρη του ματιού.

«Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να έρθεις, Ματ;» ρώτησε ο Ραντ.

Ο Ματ σήκωσε τους ώμους και έσκασε ένα χαμόγελο που δεν έδειχνε ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. «Ποιος θα άφηνε την ευκαιρία να δει το παλιο-Ρουίντιαν;» Η Εγκουέν τον κοίταξε υψώνοντας τα φρύδια. «Α, με συγχωρείς για τη γλώσσα μου, Άες Σεντάι. Άκουσα να λες τα ίδια και χειρότερα, και πάω στοίχημα ότι δεν είχες πάντα λόγο». Η Εγκουέν στύλωσε πάνω του το βλέμμα της φουρκισμένη, όμως οι κόκκινες πιτσιλάδες που φάνηκαν στα μάγουλά της έδειχναν ότι ο Ματ είχε πετύχει διάνα.

«Να χαίρεσαι που ο Ματ είναι εδώ», είπε η Μουαραίν στον Ραντ με φωνή ψυχρή, καθόλου ευχαριστημένη. «Έκανες μεγάλο λάθος που άφησες τον Πέριν να φύγει, που μου έκρυψες την αναχώρηση του. Ο κόσμος πατά στους ώμους σου, αλλά και οι δύο πρέπει να σε στηρίζουν, αλλιώς θα αποτύχεις και μαζί σου κι ο κόσμος». Ο Ματ μόρφασε και του Ραντ του φάνηκε ότι παραλίγο να στρίψει επιτόπου το μουνούχι του για να γυρίσει πίσω.

«Ξέρω το καθήκον μου», της είπε. Ξέρω και τη μοίρα μου, σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε δυνατά· δεν ζητούσε συμπόνια. «Ένας από μας πρέπει να γυρίσει πίσω, Μουαραίν, και ο Πέριν το ήθελε. Είσαι πρόθυμη να εγκαταλείψεις τα πάντα για να σώσεις τον κόσμο. Εγώ... εγώ κάνω αυτό που πρέπει». Ο Πρόμαχος ένευσε, αν και δεν άνοιξε το στόμα του· ο Λαν δεν μπορούσε να διαφωνήσει με τη Μουαραίν μπροστά σε κόσμο.