Выбрать главу

Ένα χέρι απλώθηκε πάνω από τον ώμο του. «Αυτά τα δύο χρησιμοποιούνται για το Ρουίντιαν στα παλιά γραπτά. Πολύ παλιά δεν έγραφαν ούτε καν το όνομα», είπε ο Ρούαρκ με διστακτική φωνή. Έδειξε δύο τρίγωνα, που έμοιαζαν να περιβάλλουν διχαλωτούς κεραυνούς, το ένα στραμμένο δεξιά, το άλλο αριστερά.

«Ξέρεις τι είναι;» ρώτησε ο Ραντ. Ο Αελίτης απέστρεψε το βλέμμα. «Κάψε με, Ρούαρκ, πρέπει να μάθω. Ξέρω ότι δεν σου αρέσει να μιλάς γι' αυτά, όμως πρέπει να μου πεις. Πες μου, Ρούαρκ. Έχεις ξαναδεί όμοιό του;»

Ο άλλος πήρε μια βαθιά ανάσα πριν απαντήσει. «Έχω δει όμοια». Λες και του έβγαζες τα λόγια με το τσιγκέλι. «Όταν ένας άντρας πάει στο Ρουίντιαν, οι Σοφές και οι αρχηγοί των φατριών περιμένουν στις πλαγιές του Τσήνταρ, κοντά σε μια τέτοια πέτρα». Η Αβιέντα σηκώθηκε και έφυγε σφιγμένη· ο Ρούαρκ την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. «Δεν ξέρω τίποτα παραπάνω, Ραντ αλ'Θόρ. Αλλιώς να μην ξαναβρώ σκιά».

Ο Ραντ διέτρεξε με το δάχτυλό του τη δυσανάγνωστη γραφή, που περιέβαλλε τα τρίγωνα. Ποιο; Μόνο ένα θα τον πήγαινε εκεί που ήθελε να πάει. Το δεύτερο μπορεί να τον έβγαζε στην άλλη μεριά του κόσμου, ή στο βυθό του ωκεανού.

Οι υπόλοιποι Αελίτες είχαν συγκεντρωθεί στα ριζά του λόφου μαζί με τα μουλάρια τους. Η Μουαραίν και οι άλλοι αφίππευσαν και ανηφόρισαν την ομαλή πλαγιά, τραβώντας τα άλογά τους. Ο Ματ είχε όχι μόνο το δικό του καφέ μουνούχι, αλλά και τον Τζήντ'εν, τον οποίο κρατούσε σε απόσταση από τον Μαντάρμπ του Λαν. Οι δύο επιβήτορες κοιτάζονταν άγρια τώρα που δεν είχαν αναβάτες.

«Στ' αλήθεια δεν ξέρεις τι κάνεις, έτσι δεν είναι;» διαμαρτυρήθηκε η Εγκουέν. «Μουαραίν, σταμάτα τον. Μπορούμε να πάμε με τα άλογα στο Ρουίντιαν. Γιατί τον αφήνεις να το κάνει; Γιατί δεν λες κάτι;»

«Τι προτείνεις να πω;» είπε ξερά η Άες Σεντάι. «Δεν μπορώ να τον πιάσω από το αφτί και να τον τραβήξω. Ίσως έτσι δούμε πόσο χρήσιμο είναι το Ονείρεμα».

«Το Ονείρεμα;» είπε κοφτά η Εγκουέν. «Τι σχέση έχει το Ονείρεμα μ' αυτό;»

«Θα κάνετε ησυχία εσείς οι δύο;» Ο Ραντ έβαλε μια δόση υπομονής στη φωνή του. «Προσπαθώ να αποφασίσω». Η Εγκουέν τον κοίταξε αγανακτισμένη· η Μουαραίν δεν έδειχνε το παραμικρό συναίσθημα, αλλά τον κοίταζε με προσήλωση.

«Πρέπει να το κάνουμε έτσι;» είπε ο Ματ. «Δεν σ' αρέσει να πάμε με τα άλογα;» Ο Ραντ απλώς τον κοίταξε κι εκείνος σήκωσε αμήχανα τους ώμους. «Που να καώ. Αν προσπαθείς να αποφασίσεις...» Έπιασε τα γκέμια και των δύο αλόγων με το ένα χέρι, έβγαλε ένα νόμισμα από την τσέπη, ένα χρυσό μάρκο της Ταρ Βάλον, και αναστέναξε. «Κοίτα να δεις που πέτυχα το ίδιο νόμισμα». Το έκανε να κυλήσει στις ράχες των δαχτύλων του. «Μερικές φορές... είμαι τυχερός, Ραντ, Άσε την τύχη μου να διαλέξει. Κεφαλή, εκείνο που δείχνει δεξιά· φλόγα, το άλλο. Τι λες;»

«Είναι το πιο γελοίο —» άρχισε να λέει η Εγκουέν, όμως η Μουαραίν την έκανε να σταματήσει αγγίζοντάς της το χέρι.

Ο Ραντ ένευσε. «Γιατί όχι;» Η Εγκουέν μουρμούρισε κάτι· το μόνο που έπιασε ήταν οι λέξεις «άντρες» και «παιδάκια», όμως δεν έμοιαζε με κομπλιμέντο.

Το νόμισμα πετάχτηκε από τον αντίχειρα του Ματ και στριφογύρισε στον αέρα, αστράφτοντας στο θολό ήλιο. Στο κορύφωμα της τροχιάς του, ο Ματ το ξανάπιασε, το κόλλησε στη ράχη του άλλου χεριού του κι ύστερα δίστασε. «Είναι φοβερό να εμπιστεύεσαι το πέταγμα ενός νομίσματος, Ραντ».

Ο Ραντ ακούμπησε την παλάμη του σ’ ένα από τα σύμβολα, δίχως να κοιτάξει. «Αυτό», είπε. «Αυτό διάλεξες».

Ο Ματ κοίταξε το νόμισμα και τα μάτια του έπαιξαν. «Δίκιο έχεις. Πού το κατάλαβες;»

«Κάποια στιγμή θα έπρεπε να το κάνω κι εγώ». Κανείς τους δεν κατάλαβε —το έβλεπε καθαρά― όμως δεν είχε σημασία. Σήκωσε το χέρι και κοίταξε αυτό που είχαν διαλέξει και ο ίδιος και ο Ματ. Το τρίγωνο έδειχνε αριστερά. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει. Έπρεπε να το κάνει σωστά. Μ' ένα λάθος θα έχαναν χρόνο, αντί να κερδίσουν. Σίγουρα αυτό ήταν το χειρότερο ενδεχόμενο. Έτσι έλπιζε.

Σηκώθηκε, έψαξε στο θύλακο και έβγαλε το μικρό, σκληρό αντικείμενο, ένα γλυπτό από αστραφτερή, σκούρα πράσινη πέτρα, που χωρούσε άνετα στο χέρι του· έδειχνε έναν άντρα, στρογγυλοπρόσωπο και στρογγυλόσωμο, που καθόταν σταυροπόδι, με ένα σπαθί στα γόνατα. Έτριψε με τον αντίχειρα το φαλακρό κεφάλι της μορφής. «Μάζεψε τους όλους κοντά. Όλους. Ρούαρκ, πες να φέρουν εδώ τα ζώα φόρτου. Όλοι πρέπει να βρίσκονται όσο το δυνατόν πιο κοντά μου».

«Γιατί;» ρώτησε ο Αελίτης.

«Πάμε στο Ρουίντιαν». Ο Ραντ έπαιξε το αγαλματάκι στην παλάμη του και έσκυψε για να χτυπήσει ανάλαφρα τη Διαβατική Πέτρα. «Στο Ρουίντιαν. Αυτή τη στιγμή».

Ο Ρούαρκ τον κοίταξε αρκετή ώρα ανέκφραστα και μετά ορθώθηκε και κάλεσε τους άλλους Αελίτες.