Выбрать главу

Η Μουαραίν έκανε ένα βήμα πιο κοντά στη χλοερή πλαγιά. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε με περιέργεια.

«Ένα ανγκριάλ», είπε ο Ραντ, γυρίζοντάς το στο χέρι του. «Το οποίο λειτουργεί για άντρες. Το βρήκα στη Μεγάλη Συλλογή, όταν έψαχνα εκείνη την πόρτα. Το σπαθί με έκανε να το πάρω στα χέρια και τότε κατάλαβα. Αν αναρωτιέσαι πώς σκοπεύω να διαβιβάσω αρκετή Δύναμη ώστε να μας μεταφέρω όλους —Αελίτες, μουλάρια, τους πάντες και τα πάντα― αυτός είναι ο τρόπος».

«Ραντ», είπε ταραγμένα η Εγκουέν, «είμαι σίγουρη ότι κάνεις αυτό που θεωρείς καλύτερο, αλλά είσαι βέβαιος; Είσαι βέβαιος ότι το ανγκριάλ είναι αρκετά δυνατό; Εγώ δεν μπορώ να ξέρω αν είναι καν ανγκριάλ. Σε πιστεύω, αφού το λες, αλλά αυτά τα πράγματα ποικίλλουν, Ραντ. Ή τουλάχιστον αυτά που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι γυναίκες. Μερικά είναι ισχυρότερα από άλλα και το μέγεθος και η μορφή δεν αρκούν για να σου δείξουν».

«Φυσικά και είμαι βέβαιος», έκανε αυτός ψέματα. Δεν υπήρχε τρόπος να το δοκιμάσει γι’ αυτό το σκοπό δίχως να καταλάβει το μισό Δάκρυ ότι κάτι ετοίμαζε, όμως του φαινόταν ότι θα έκανε τη δουλειά. Οριακά. Και ήταν τόσο μικρό, που κανένας δεν θα ήξερε ότι είχε χαθεί από την Πέτρα, εκτός αν αποφάσιζαν να κάνουν απογραφή στη Συλλογή. Κάτι που δεν ήταν πιθανό.

«Άφησες πίσω το Καλαντόρ και φέρνεις αυτό», μουρμούρισε η Μουαραίν. «Δείχνεις να έχεις αρκετές γνώσεις για τη χρήση των Διαβατικών Πετρών. Περισσότερες απ' όσες θα φανταζόμουν».

«Μου είπε αρκετά η Βέριν», της απάντησε. Του είχε μιλήσει η Βέριν, βέβαια, αλλά πρώτα του τα είχε εξηγήσει η Λανφίαρ. Τότε την ήξερε με το όνομα Σελήνη, αλλά δεν σκόπευε να το εξηγήσει στη Μουαραίν, όπως και δεν θα της έλεγε ότι η άλλη του είχε προσφέρει τη βοήθεια της. Η Μουαραίν είχε δεχτεί υπερβολικά ήρεμα το νέο της εμφάνισης της Λανφίαρ, υπερβολικά ήρεμα ακόμα και για Άες Σεντάι. Και είχε στα μάτια της το βλέμμα που έλεγε ότι τον εξέταζε, σαν να τον είχε βάλει σε ζυγαριά.

«Να έχεις το νου σου, Ραντ αλ'Θόρ», του είπε με την παγερή, μελωδική φωνή της. «Κάθε τα'βίρεν πλάθει το Σχήμα στον έναν ή τον άλλο βαθμό, όμως ένας τα'βίρεν σαν και σένα μπορεί να σχίσει τη Δαντέλα των Εποχών για όλη την ύπαρξη του χρόνου».

Ο Ραντ ευχήθηκε να ήξερε τι σκεφτόταν η Μουαραίν. Να ήξερε τι σχεδίαζε η Μουαραίν.

Οι Αελίτες ανηφόρισαν το λόφο με τα φορτωμένα μουλάρια τους και σκέπασαν όλη την πλαγιά όταν στάθηκαν στριμωγμένοι γύρω από τον Ραντ και τη Διαβατική Πέτρα, κολλημένοι ώμο με ώμο με όλους, εκτός από τη Μουαραίν και την Εγκουέν. Σ' αυτές τις δυο άφησαν λίγο χώρο. Ο Ρούαρκ του ένευσε, σαν να έλεγε: Έγινε, τώρα είναι όλα στα χέρια σου.

Ζύγιασε στο χέρι το αστραφτερό, πράσινο ανγκριάλ και σκέφτηκε να πει στους Αελίτες να αφήσουν τα ζώα, όμως ήταν αμφίβολο αν θα το έκαναν και ήθελε να φτάσουν όλοι μαζί, με την αίσθηση ότι τους είχε φροντίσει. Στην Ερημιά η καλή προαίρεση ίσως να ήταν ένα αγαθό εν ανεπαρκεία. Τον κοίταζαν με ατάραχα πρόσωπα. Μερικοί, όμως, είχαν βάλει το πέπλο. Ο Ματ, που όλο έπαιζε νευρικά το μάρκο της Ταρ Βάλον στις ράχες των δαχτύλων του, και η Εγκουέν, που είχε γεμίσει κόμπους ιδρώτα στο πρόσωπο, ήταν οι μόνοι που έδειχναν ταραγμένοι. Δεν υπήρχε λόγος να περιμένει άλλο. Έπρεπε να κινηθεί γρηγορότερα απ' όσο θα πίστευε κανείς.

Τυλίχτηκε στο Κενό και άπλωσε προς την Αληθινή Πηγή, εκείνο το αρρωστημένο τρεμουλιαστό φως που ήταν πάντα εκεί, λίγο πάνω από τον ώμο του. Τον γέμισε η Δύναμη, η ανάσα της ζωής, ο άνεμος που ξεριζώνει βαλανιδιές, ο καλοκαιρινός αέρας που τον γλυκαίνουν τα λουλούδια, η ρυπαρή αύρα που περνά από τη χωματερή. Ο Ραντ, κυλώντας στο κενό, χάραξε σταθερά το τρίγωνο με τον κεραυνό μπροστά του και άπλωσε τα χέρια μέσα από το τερ'ανγκριάλ, άντλησε βαθιά από το μανιασμένο χείμαρρο του σαϊντίν. Έπρεπε να τους μεταφέρει όλους. Δεν υπήρχε περιθώριο για αποτυχία. Κράτησε εκείνο το σύμβολο και τράβηξε τη Μία Δύναμη ― την τράβηξε μέσα του ώσπου ένιωσε ότι θα έσκαγε. Και τράβηξε κι άλλο. Κι άλλο.

Ο κόσμος φάνηκε να χάνεται μονομιάς.

23

Πέρα Από Την Πέτρα

Η Εγκουέν παραπάτησε και άπλωσε το χέρι γύρω από το λαιμό της Ομίχλης, καθώς το έδαφος τρανταζόταν κάτω από τα πόδια της. Ολόγυρά της, οι Αελίτες πάλευαν να κρατήσουν τα φορτωμένα μουλάρια, που χλιμίντριζαν και γλιστρούσαν σε μια απότομη, βραχώδη πλαγιά, όπου δεν φύτρωνε τίποτα. Τη σφυροκόπησε το λιοπύρι που θυμόταν από τον Τελ'αράν'ριοντ. Ο αέρας τρεμούλιαζε μπροστά στα μάτια της, ενώ το έδαφος της τσουρούφλισε τις πατούσες μέσα από τις σόλες των παπουτσιών. Ένιωσε οδυνηρές τσιμπιές στο δέρμα της για μια στιγμή και μετά ο ιδρώτας ξεχύθηκε από κάθε πόρο της. Της μούσκεψε απλώς το φόρεμα και μετά εξατμίστηκε αμέσως.