Выбрать главу

Τα ξεσηκωμένα μουλάρια και οι ψηλοί Αελίτες σχεδόν της έκρυβαν τη θέα, όμως κατάφερε να ρίξει κλεφτές ματιές ανάμεσά τους. Μια χοντρή, γκρίζα κολώνα ξεπρόβαλλε λοξά από το έδαφος ούτε τρία βήματα παραπέρα· η άμμος που έφερνε ο άνεμος την είχε τρίψει και δεν ξεχώριζες αν έμοιαζε ποτέ με τη Διαβατική Πέτρα στο Δάκρυ. Σχισμένα, απόκρημνα βουνά, που έμοιαζαν να τα έχει σμιλέψει ο πέλεκυς ενός τρελού γίγαντα, έβραζαν κάτω από τον καυτό ήλιο στον ανέφελο ουρανό. Όμως στο κέντρο της επιμήκους, στέρφας κοιλάδας μακριά από κάτω τους έπλεε μια μάζα πυκνής ομίχλης, που απλωνόταν σαν σύννεφο· αυτός ο διάπυρος ήλιος κανονικά θα έπρεπε την έχει κάψει στη στιγμή, όμως η ομίχλη έπλεε ανέγγιχτη. Κι απ' αυτή την αντάρα που αναδευόταν ξεπρόβαλλαν κορυφές πύργων, μερικές με αιχμές, μερικές που κόβονταν απότομα, λες και οι τεχνίτες δούλευαν ακόμη.

«Είχε δίκιο», μουρμούρισε. «Μια πόλη στα σύννεφα».

Ο Ματ, σφίγγοντας τα γκέμια του αλόγου του, κοίταζε γύρω με τα μάτια γουρλωμένα. «Τα καταφέραμε!» Γέλασε μαζί της. «Τα καταφέραμε, Εγκουέν, και χωρίς... Κάψε με, τα καταφέραμε!» Άνοιξε το δαντελωτό γιακά του πουκαμίσου του. «Φως μου, τι καμίνι! Στ' αλήθεια θα καώ!»

Ξαφνικά η Εγκουέν κατάλαβε ότι ο Ραντ ήταν πεσμένος στα γόνατα, με το κεφάλι σκυμμένο, και στηριζόταν με το ένα χέρι στο έδαφος. Τραβώντας πίσω της τη φοράδα της, πέρασε μέσα από τους συνωστισμένους Αελίτες και πήγε δίπλα του, τη στιγμή που ο Λαν τον βοηθούσε να σταθεί. Η Μουαραίν ήταν ήδη εκεί και περιεργαζόταν τον Ραντ, φαινομενικά γαλήνια — ενώ το στόμα της, που ήταν κάπως σφιγμένο στις άκρες, έδειχνε ότι θα ήθελε να του τραβήξει τα αφτιά.

«Τα κατάφερα», είπε λαχανιασμένος ο Ραντ, κοιτάζοντας ολόγυρα. Αν στεκόταν όρθιος, ήταν χάρη στον Πρόμαχο· το πρόσωπό του ήταν τεντωμένο, ξερό, έμοιαζε με άνθρωπο στο νεκροκρέβατό του.

«Λίγο έλειψε», είπε ψυχρά η Μουαραίν. Πολύ ψυχρά. «Το ανγκριάλ δεν αρκούσε για το σκοπό αυτό. Δεν πρέπει να το ξανακάνεις. Αν αναλαμβάνεις κινδύνους, πρέπει να είναι λογικοί και να υπάρχει σημαντικός σκοπός. Πρέπει».

«Δεν αναλαμβάνω κινδύνους, Μουαραίν. Αυτά τα κάνει ο Ματ». Ο Ραντ άνοιξε με δυσκολία το δεξί του χέρι· το ανγκριάλ, ο χοντρός ανθρωπάκος, είχε χώσει τη μύτη του σπαθιού του στη σάρκα του Ραντ, μέσα στο σημάδι του ερωδιού. «Μπορεί να έχεις δίκιο. Μπορεί να χρειαζόμουν ένα δυνατότερο. Λιγάκι δυνατότερο, ίσως...» Γέλασε πνιχτά. «Πέτυχε, Μουαραίν. Αυτό είναι το σημαντικό. Το έσκασα απ' όλους. Πέτυχε».

«Αυτό έχει σημασία», είπε ο Λαν νεύοντας.

Η Εγκουέν αναφώνησε αγανακτισμένη. Άντρες. Ο ένας παραλίγο να σκοτωθεί και τώρα έκανε αστειάκια γι' αυτό, ενώ ο άλλος του έλεγε ότι σωστά είχε πράξει. Ποτέ δεν ωρίμαζαν;

«Η κόπωση της διαβίβασης δεν είναι σαν την κούραση που νιώθει κανείς άλλοτε», είπε η Μουαραίν. «Δεν μπορώ να την εξαφανίσω τελείως, ειδικά όταν έχεις διαβιβάσει τόσο πολύ, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ. Ίσως αυτό που θα μείνει να σου θυμίζει στο μέλλον να είσαι προσεκτικότερος». Ήταν πράγματι θυμωμένη· υπήρχε σίγουρα μια δόση ικανοποίησης στη φωνή της.

Η λάμψη του σαϊντάρ περιέβαλε την Άες Σεντάι, καθώς έπαιρνε το κεφάλι του Ραντ στα χέρια της. Μια τρεμουλιαστή, κοφτή κραυγή βγήκε από το στόμα του, ανατρίχιασε ολόκληρος και μετά τινάχτηκε μακριά της, μακριά κι από τον Λαν επίσης.

«Ρώτα, Μουαραίν», είπε ψυχρά ο Ραντ, χώνοντας το ανγκριάλ στο θύλακο της τσέπης του. «Πρώτα να ρωτάς. Δεν είμαι το σκυλάκι σου για να το κάνεις ό,τι θέλεις και όποτε θέλεις». Έτριψε τα χέρια για να διώξει το μικρό ρυάκι του αίματος.

Η Εγκουέν έβγαλε πάλι εκείνο τον αγανακτισμένο ήχο. Παιδιαρίσματα, κι επιπλέον αχαριστία. Τώρα μπορούσε να σταθεί μόνος του, αν και τα μάτια του ακόμα φαίνονταν κουρασμένα. Η Εγκουέν δεν χρειαζόταν να δει την παλάμη του για να καταλάβει ότι η μικρή πληγή είχε κλείσει, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Τελείως αχάριστος. Το παράξενο ήταν ότι ο Λαν δεν τον είχε αποπάρει που είχε μιλήσει μ' αυτό τον τρόπο στη Μουαραίν.

Της φαινόταν ότι οι Αελίτες είχαν μείνει εντελώς ακίνητοι τώρα που τα μουλάρια είχαν ησυχάσει. Κοίταζαν επιφυλακτικά προς τα έξω, όχι προς την κοιλάδα και την πόλη μέσα στην ομίχλη, που πρέπει να ήταν το Ρουίντιαν, αλλά προς δύο στρατόπεδα δεξιά κι αριστερά τους, σε απόσταση ίσως μισού μιλίου το καθένα. Υπήρχαν δεκάδες ανοιχτές σκηνές σε κάθε στρατόπεδο, μια εκ των οποίων ήταν διπλή στο μέγεθος από τις άλλες· ήταν κολλημένες στη βουνοπλαγιά, σχεδόν χάνονταν πάνω της, αλλά οι Αελίτες με τα γκρίζα και καφετιά ρούχα φαίνονταν ολοκάθαρα, κρατούσαν δόρατα και τόξα με το βέλος έτοιμο στη χορδή, και ανέβαζαν, όσοι δεν το είχαν κάνει ήδη, τα πέπλα τους. Έμοιαζαν να στέκονται στις μύτες των ποδιών τους, έτοιμοι για επίθεση.