Выбрать главу

«Η ειρήνη του Ρουίντιαν», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από ψηλότερα και η Εγκουέν ένιωσε την ένταση να αφήνει τους Αελίτες γύρω της. Εκείνοι που ήταν ανάμεσα στις σκηνές άρχισαν να κατεβάζουν τα πέπλα, αν και πάλι παρακολουθούσαν επιφυλακτικά.

Η Εγκουέν αντιλήφθηκε ότι υπήρχε και τρίτο στρατόπεδο, πολύ μικρότερο, ψηλότερα στο βουνό ― μερικές κοντές σκηνές σε ένα μικρό, επίπεδο σημείο. Τέσσερις γυναίκες κατηφόριζαν από εκείνο το στρατόπεδο, ήρεμα και αξιοπρεπώς, φορώντας σκούρα, ογκώδη φουστάνια και φαρδιές, λευκές μπλούζες, καφετιά ή γκρίζα επώμια γύρω από τους ώμους τους, παρά τη ζέστη που έφερνε ζαλάδα στην Εγκουέν, καθώς και πολλά περιδέραια και βραχιόλια από φίλντισι και χρυσάφι. Οι δύο ήταν ασπρομάλλες, η μια είχε μαλλιά στο χρώμα του ήλιου· χύνονταν στις πλάτες τους ως τη μέση, ενώ διπλωμένα μαντίλια, δεμένα ολόγυρα στο μέτωπο, τα συγκρατούσαν για να μην πέφτουν στα πρόσωπά τους.

Η Εγκουέν αναγνώρισε τη μια ασπρομάλλα: ήταν η Άμυς, η Σοφή που είχε ανταμώσει στον Τελ'αράν'ριοντ. Και πάλι της έκανε εντύπωση η αντίθεση ανάμεσα στα ηλιοψημένα χαρακτηριστικά του προσώπου της και στα χιονισμένα μαλλιά της· η Σοφή δεν φαινόταν τόσο γριά. Η άλλη ασπρομάλλα είχε ρυτιδιασμένο, γεροντίστικο πρόσωπο, ενώ μια από τις άλλες γυναίκες, που είχε γκρίζες πινελιές στα μαλλιά της, έμοιαζε εξίσου ηλικιωμένη. Η Εγκουέν ήταν σίγουρη ότι και οι τέσσερις ήταν Σοφές, πιθανότατα οι ίδιες που είχαν υπογράψει την επιστολή προς τη Μουαραίν.

Οι Αελίτισσες σταμάτησαν δέκα βήματα παραπάνω από τους συγκεντρωμένους γύρω από τη Διαβατική Πέτρα ανθρώπους και εκείνη που έμοιαζε με γιαγιά άπλωσε τα χέρια της και μίλησε με γερασμένη, αλλά δυνατή φωνή. «Η ειρήνη του Ρουίντιαν να είναι μαζί σας. Όποιος έρχεται στο Ρουίντιαν μπορεί να επιστρέψει στο φρούριο του ειρηνικά. Δεν θα χυθεί αίμα σ' αυτά τα χώματα».

Όταν το άκουσαν αυτό, οι Αελίτες από το Δάκρυ διαλύθηκαν γοργά, παίρνοντας τα μουλάρια και τα περιεχόμενα των κοφινιών. Δεν χωρίζονταν κατά κοινωνίες τώρα· η Εγκουέν είδε Κόρες να αναμιγνύονται με διάφορες ομάδες, μερικές από τις οποίες ξεκίνησαν αμέσως να κάνουν το γύρο του βουνού, αποφεύγοντας όχι μόνο η μια την άλλη, αλλά και τα στρατόπεδα, παρά την ειρήνη του Ρουίντιαν. Άλλοι πήγαν προς το ένα ή το άλλο στρατόπεδο, που οι κάτοικοί τους χαμήλωναν τα όπλα.

Δεν ήταν όλοι βέβαιοι για την ειρήνη του Ρουίντιαν. Ο Λαν άφησε τη λαβή του θηκαρωμένου σπαθιού του —η Εγκουέν δεν τον είχε δει τα χέρια του να τη σφίγγουν― και ο Ματ βιαστικά έχωσε ξανά στα μανίκια τα δυο μαχαίρια που κρατούσε. Ο Ραντ στεκόταν με τους αντίχειρες χωμένους στη ζώνη του, αλλά ήταν φανερή η ανακούφιση στα μάτια του.

Η Εγκουέν έψαξε με το βλέμμα την Αβιέντα, για να της κάνει μερικές ερωτήσεις πριν πλησιάσει την Άμυς. Λογικά η Αελίτισσα θα είχε κάτι παραπάνω να πει για τις Σοφές εδώ στη χώρα της. Η Εγκουέν είδε την Κόρη να κουβαλά ένα μεγάλο σάκο από γιούτα και δύο τυλιγμένα υφαντά στον ώμο, καθώς προχωρούσε με ζωηρό βήμα προς ένα από τα μεγάλα στρατόπεδα.

«Δεν πας πουθενά, Αβιέντα», είπε δυνατά η Σοφή με τις γκρίζες πινελιές στα μαλλιά. Η Αβιέντα ακινητοποιήθηκε επιτόπου, χωρίς να κοιτάζει κανέναν.

Η Εγκουέν έκανε να την πλησιάσει. «Καλύτερα να μην αναμιχθείς. Αμφιβάλλω αν θέλει τη συμπόνια σου κι αυτό ακριβώς θα νομίσει ότι πας να της προσφέρεις», μουρμούρισε η Μουαραίν.

Η Εγκουέν ένευσε ασυναίσθητα. Η Αβιέντα έδειχνε ότι ήθελε μόνο την ησυχία της. Τι την ήθελαν οι Σοφές; Είχε παραβιάσει κάποιον κανόνα, κάποιο νόμο;

Η Εγκουέν δεν θα έλεγε όχι για λίγη παρέα. Ένιωθε πολύ εκτεθειμένη εκεί πέρα, χωρίς Αελίτες ολόγυρά της, μ' όλους εκείνους στις σκηνές να παρακολουθούν. Οι Αελίτες που είχαν έρθει από την Πέτρα ήταν ευγενικοί, αν και δεν θα τους έλεγες φιλικούς· οι παρατηρητές δεν έμοιαζαν να είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ένιωσε τον πειρασμό να αγκαλιάσει το σαϊντάρ. Μόνο η Μουαραίν, γαλήνια και ψύχραιμη, παρά τον ιδρώτα στο πρόσωπό της, και ο Λαν, ατάραχος σαν τα βράχια γύρω του, την εμπόδισαν να το κάνει. Αυτοί θα καταλάβαιναν αν εμφανιζόταν κίνδυνος. Όσο αυτοί αποδέχονταν την κατάσταση, το ίδιο θα έκανε κι αυτή. Μακάρι, όμως, να μην κοίταζαν άλλο πια εκείνοι οι Αελίτες.

Ο Ρούαρκ ανηφόρισε την πλαγιά μ' ένα χαμόγελο. «Επέστρεψα, Άμυς, αν και πάω στοίχημα ότι δεν περίμενες να έρθω με τέτοιο τρόπο».

«Ήξερα ότι θα ήσουν εδώ σήμερα, σκιά της καρδιάς μου». Του άγγιξε το μάγουλο, αφήνοντας το καφετί επώμιο να πέσει στα χέρια της. «Η αδελφή και σύζυγος του άντρα μου σου στέλνει την καρδιά της».