Выбрать главу

«Αυτό εννοούσες όταν είπες για το Ονείρεμα», είπε μαλακά η Εγκουέν στη Μουαραίν. Ο Λαν ήταν ο μόνος που βρισκόταν αρκετά κοντά για να τις ακούσει. «Γι' αυτό ήσουν πρόθυμη να αφήσεις τον Ραντ να μας φέρει εδώ με τη Διαβατική Πέτρα. Ήξεραν γι' αυτό και σου το είπαν στο γράμμα. Όχι, δεν είναι λογικό αυτό. Αν είχαν αναφέρει τη Διαβατική Πέτρα, δεν θα είχες δοκιμάσει να τον αποτρέψεις. Ήξεραν, όμως, ότι θα έρθουμε εδώ».

Η Μουαραίν ένευσε, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα από τις Σοφές. «Έγραψαν ότι θα μας συναντήσουν εδώ, στο Τσήνταρ, σήμερα. Το θεώρησα... απίθανο... μέχρι που ο Ραντ ανέφερε τις Πέτρες. Όταν ήταν βέβαιος —βέβαιος παρά την προσπάθειά μου να τον μεταπείσω — ότι υπήρχε μία εδώ... Ας πούμε μόνο ότι ξαφνικά μου φαινόταν εξαιρετικά πιθανό πως σήμερα θα φτάσουμε στο Τσήνταρ».

Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα ζεστού αέρα. Να λοιπόν ένα από τα πράγματα που μπορούσαν να κάνουν οι Ονειρεύτριες. Ανυπομονούσε να μάθει. Ήθελε να ακολουθήσει τον Ρούαρκ και να συστηθεί στην Άμυς —να συστηθεί ξανά― αλλά ο Ρούαρκ και η Άμυς κοιτάζονταν στα μάτια με έναν τρόπο που απέκλειε κάθε παρείσακτο.

Από κάθε στρατόπεδο είχε βγει ένας άντρας· ο ένας, ψηλός με μεγάλους ώμους, φλογάτα μαλλιά, ακόμα δεν ήταν καν μεσήλικας, κι ο άλλος, μεγαλύτερος και πιο μελαψός, ίσος στο μπόι αλλά πιο λεπτός. Σταμάτησαν μερικά βήματα μακριά από τον Ρούαρκ και τις Σοφές, ο ένας δεξιά τους, ο άλλος αριστερά. Ο μεγαλύτερος, με σκληρό, ανεμοδαρμένο πρόσωπο, δεν φαινόταν να έχει όπλα, παρά μόνο ένα μαχαίρι με βαριά λεπίδα στη ζώνη του, ο άλλος, όμως, είχε δόρατα και μια μικρή, στρογγυλή ασπίδα, και ύψωνε το κεφάλι με μια άγρια, περήφανη ματιά, που απευθυνόταν στον Ρούαρκ.

Ο Ρούαρκ τον αγνόησε και στράφηκε στο μεγαλύτερο άντρα. «Σε βλέπω, Χάιρν. Μήπως αποφάσισε κάποιος αρχηγός φυλής ότι είμαι ήδη νεκρός; Ποιος ζητά να πάρει τη θέση μου;»

«Σε βλέπω, Ρούαρκ. Κανένας του Τάαρνταντ δεν μπήκε στο Ρουίντιαν και κανένας δεν το επιζητά. Η Άμυς είπε ότι θα ερχόταν να σε συναντήσει σήμερα εδώ και οι άλλες Σοφές ταξίδεψαν μαζί της. Έφερα τους άντρες της φυλής Τζίντο, για βεβαιωθώ ότι θα φτάσουν με ασφάλεια».

Ο Ρούαρκ ένευσε με σοβαρότητα. Η Εγκουέν είχε την αίσθηση ότι είχαν πει κάτι σημαντικό, ή έστω ότι το είχαν υπαινιχθεί. Ούτε οι Σοφές κοίταξαν τον άντρα με τα φλογάτα μαλλιά, ούτε ο Ρούαρκ και ο Χάιρν, αλλά από το χρώμα που έβαφε τα μάγουλα του ήταν σαν να τον κοίταζαν επίμονα. Η Εγκουέν έριξε μια ματιά στη Μουαραίν και η απάντηση ήταν ένα ανεπαίσθητο κούνημα του κεφαλιού της· ούτε η Άες Σεντάι καταλάβαινε.

Ο Λαν έγειρε ανάμεσά τους, μιλώντας χαμηλόφωνα. «Μια Σοφή μπορεί να πάει οπουδήποτε με ασφάλεια, σε οποιοδήποτε φρούριο, ανεξαρτήτως φατρίας. Νομίζω ότι ακόμα και η βεντέτα αίματος δεν αγγίζει τις Σοφές. Αυτός ο Χάιρν ήρθε για να προστατεύσει τον Ρούαρκ από εκείνους του άλλου στρατοπέδου, όποιοι κι αν είναι, όμως δεν θα ήταν έντιμο να το πει». Η Μουαραίν ύψωσε λίγο το ένα της φρύδι. «Δεν ξέρω πολλά γι' αυτούς, αλλά τους πολέμησα αρκετές φορές πριν συναντηθούμε. Ποτέ δεν με ρώτησες γι' αυτούς», πρόσθεσε.

«Μια παράλειψη την οποία θα διορθώσω», είπε ξερά η Άες Σεντάι.

Η Εγκουέν γύρισε προς τις Σοφές και τους τρεις άντρες, και η κίνηση την έκανε να ζαλιστεί. Ο Λαν της έβαλε στα χέρια μια δερμάτινη φιάλη νερό, απ' όπου είχε βγάλει το καπάκι, κι εκείνη έγειρε το κεφάλι πίσω για να πιει με ευγνωμοσύνη. Το νερό ήταν χλιαρό και μύριζε πετσί, αλλά μέσα σ' αυτή την κάψα είχε γεύση δροσιάς από την πηγή. Πρόσφερε τη μισοάδεια φιάλη στη Μουαραίν, η οποία ήπιε με αυτοσυγκράτηση και της το επέστρεψε. Η Εγκουέν κατέβασε μετά χαράς το υπόλοιπο, κλείνοντας τα μάτια· όταν ένιωσε νερό να πιτσιλίζει το κεφάλι της, τα ξανάνοιξε γρήγορα. Ο Λαν άδειαζε πάνω της άλλη μια φιάλη νερού, ενώ τα μαλλιά της Μουαραίν ήταν ήδη μουσκεμένα.

«Αυτή η ζέστη μπορεί να σε σκοτώσει, αν δεν την έχεις συνηθίσει», εξήγησε ο Πρόμαχος, ενώ έβρεχε δύο λευκά, λινά μαντίλια που είχε βγάλει από το μανδύα του. Με τις οδηγίες του, η Εγκουέν και η Μουαραίν τα έδεσαν γύρω από το μέτωπο. Ο Ραντ και ο Ματ έκαναν το ίδιο. Ο Λαν άφησε το κεφάλι του απροστάτευτο στον ήλιο· τίποτα δεν φαινόταν να πτοεί αυτό τον άνθρωπο.

Η σιωπή μεταξύ του Ρούαρκ και του Αελίτη που ήταν μαζί του είχε παρατραβήξει, όμως τελικά ο αρχηγός φατρίας στράφηκε προς τον πυρομάλλη. «Οι Σάιντο, λοιπόν, δεν έχουν αρχηγό φατρίας, Κουλάντιν;»

«Ο Σούλαντρικ είναι νεκρός», αποκρίθηκε ο άλλος. «Ο Μουράντιν μπήκε στο Ρουίντιαν. Αν αποτύχει, θα μπω εγώ».

«Δεν ρώτησες, Κουλάντιν», είπε η Σοφή που έμοιαζε με γιαγιά, με τη βραχνή αλλά δυνατή φωνή της. «Αν αποτύχει ο Μουράντιν, ρώτα. Είμαστε τέσσερις, αρκετές για να πούμε ναι ή όχι».