Выбрать главу

«Είναι δικαίωμά μου, Μπάιρ», είπε θυμωμένα ο Κουλάντιν. Είχε βλέμμα ανθρώπου που δεν έχει συνηθίσει να του εναντιώνονται.

«Είναι δικαίωμά σου να ρωτήσεις», αποκρίθηκε η γυναίκα με τη λεπτή φωνή. «Είναι δικό μας δικαίωμα να απαντήσουμε. Δεν νομίζω ότι θα σου επιτραπεί να μπεις, ό,τι κι αν συμβεί με τον Μουράντιν. Είσαι ατελής εντός σου, Κουλάντιν». Έπιασε το γκρίζο επώμιό της και το τύλιξε στους μυτερούς ώμους της με έναν τρόπο που έδειχνε ότι είχε πει περισσότερα απ' όσα χρειαζόταν.

Το πρόσωπο του πυρομάλλη έγινε κατακόκκινο. «Ο πρωταδελφός μου θα βγει με το σημάδι του αρχηγού φατρίας και θα οδηγήσουμε το Σάιντο σε τιμή και δόξα!» Έκλεισε απότομα το στόμα, τρέμοντας ολόκληρος.

Η Εγκουέν σκέφτηκε ότι, όσο τον είχε κοντά της, θα έπρεπε να έχει το νου της. Της θύμιζε τους Κόνγκαρ και τους Κόπλιν στην πατρίδα, όλο καβγάδες και κομπασμούς. Δεν είχε ξαναδεί Αελίτη να δείχνει τόσο έντονα συναισθήματα.

Η Άμυς έμοιαζε να τον έχει ήδη διώξει από το νου της. «Υπάρχει ένας που ήρθε μαζί σου, Ρούαρκ», είπε. Η Εγκουέν περίμενε ότι θα μιλούσε σ' αυτήν, όμως τα μάτια της Αμυς στράφηκαν αμέσως στον Ραντ. Η Μουαραίν ήταν φανερό ότι δεν ξαφνιάστηκε. Η Εγκουέν αναρωτήθηκε τι δεν είχε αποκαλύψει η Μουαραίν απ' αυτά που έγραφε το γράμμα των τεσσάρων Σοφών.

Ο Ραντ για μια στιγμή ξαφνιάστηκε, δίστασε, αλλά μετά πλησίασε με μεγάλα βήματα την πλαγιά και στάθηκε δίπλα στον Ρούαρκ, αντικρίζοντας τις γυναίκες. Ο ιδρώτας έκανε το άσπρο του πουκάμισο να κολλάει στο σώμα και γέμιζε με σκούρες κηλίδες το παντελόνι του. Φορούσε ένα κομμάτι ύφασμα γύρω από το κεφάλι του και δεν έδειχνε τόσο λαμπρός όσο στην Καρδιά της Πέτρας. Έκανε μια αλλόκοτη υπόκλιση, με το αριστερό πόδι μπροστά, το αριστερό χέρι στο γόνατο και το δεξί χέρι απλωμένο, με την παλάμη γυρισμένη κατά πάνω.

«Με το δικαίωμα του αίματος», είπε, «ζητώ άδεια για να μπω στο Ρουίντιαν, για την τιμή των προγόνων μας και τη μνήμη αυτού που ήταν».

Η έκπληξη της Άμυς δεν κρυβόταν. «Η διατύπωση είναι αρχαία, αλλά η ερώτηση έγινε. Απαντώ ναι», μουρμούρισε η Μπάιρ.

«Κι εγώ απαντώ ναι, Μπάιρ», είπε η Αμυς. «Σεάνα;»

«Τούτος εδώ ο άνθρωπος δεν είναι Αελίτης», παρενέβη θυμωμένος ο Κουλάντιν. Η Εγκουέν υποψιαζόταν ότι σχεδόν πάντα ήταν θυμωμένος. «Όπως έχει οριστεί, του πρέπει θάνατος που ήρθε σ' αυτά τα χώματα! Γιατί τον έφερε ο Ρούαρκ; Γιατί —»

«Θέλεις να γίνεις Σοφή, Κουλάντιν;» ρώτησε η Μπάιρ σμίγοντας τα φρύδια, έτσι που οι ρυτίδες του προσώπου της βάθυναν. «Βάλε ένα φουστάνι, έλα σε μένα και θα δω αν γίνεται να εκπαιδευτείς. Ως τότε, κάνε σιωπή όταν μιλάνε οι Σοφές!»

«Η μητέρα μου ήταν Αελίτισσα», είπε ο Ραντ με ένταση στη φωνή.

Η Εγκουέν τον κοίταξε. Η Κάρι αλ'Θόρ είχε πεθάνει όταν η Εγκουέν ακόμα μπουσουλούσε, αλλά αν η σύζυγος του Ταμ ήταν Αελίτισσα, η Εγκουέν σίγουρα θα το είχε ακούσει. Κοίταξε τη Μουαραίν· η Άες Σεντάι παρακολουθούσε τη σκηνή με μια γαλήνια έκφραση στο πρόσωπο. Ο Ραντ έμοιαζε πολύ με Αελίτη, είχε το ύψος τους, τα γκριζογάλανα μάτια και τα κόκκινα μαλλιά, αλλά αυτό ήταν εξωφρενικό.

«Όχι η μητέρα σου», είπε αργά η Άμυς. «Ο πατέρας σου». Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι. Τι τρέλα ήταν αυτή; Ο Ραντ άνοιξε το στόμα, όμως η Άμυς δεν τον άφησε να μιλήσει. «Σεάνα, τι απαντάς;»

«Ναι», είπε η γυναίκα με τις γκρίζες πινελιές στα μαλλιά. «Μελαίν;»

Η τελευταία των τεσσάρων, μια χαριτωμένη γυναίκα με χρυσοκόκκινα μαλλιά, το πολύ δέκα με δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη της Εγκουέν, δίστασε. «Πρέπει να γίνει», είπε στο τέλος απρόθυμα. «Απαντώ ναι».

«Έλαβες την απάντηση», είπε η Άμυς στον Ραντ. «Μπορείς να πας στο Ρουίντιαν και —» Σταμάτησε, καθώς ο Ματ ανέβαινε την πλαγιά για να μιμηθεί αδέξια την υπόκλιση που είχε κάνει ο Ραντ.

«Κι εγώ ζητώ να μπω στο Ρουίντιαν», είπε με τρεμάμενη φωνή.

Οι τέσσερις Σοφές τον κοίταξαν. Ο Ραντ γύρισε έκπληκτος το κεφάλι. Η Εγκουέν φανταζόταν ότι κανείς δεν ήταν πιο έκπληκτος από την ίδια, όμως ο Κουλάντιν τη διέψευσε. Σήκωσε ένα δόρυ γρυλίζοντας και έκανε να το καρφώσει στο στήθος του Ματ.

Η λάμψη του σαϊντάρ περιέβαλε την Άμυς και τη Μελαίν· ροές Αέρα ύψωσαν τον πυρομάλλη και τον πέταξαν δέκα απλωσιές πιο πίσω.

Η Εγκουέν έμεινε να χάσκει με γουρλωμένα μάτια. Μπορούσαν να διαβιβάζουν. Τουλάχιστον δύο απ' αυτές μπορούσαν. Ξαφνικά, τα νεανικά, απαλά χαρακτηριστικά κάτω από εκείνα τα άσπρα μαλλιά έδειχναν τι ήταν ― κάτι σαν την αγέραστη όψη των Άες Σεντάι. Η Μουαραίν στεκόταν τελείως ασάλευτη. Η Εγκουέν, όμως, σχεδόν άκουγε τις σκέψεις της να βουίζουν. Αυτό αποτελούσε προφανώς έκπληξη τόσο για την ίδια, όσο και για την Άες Σεντάι.

Ο Κουλάντιν σηκώθηκε με κόπο και στάθηκε μισοσκυμμένος, σε στάση επίθεσης. «Δέχεστε αυτό τον ξενομερίτη σαν έναν από μας», είπε βραχνά, δείχνοντας τον Ραντ με το δόρυ με το οποίο είχε προσπαθήσει να τρυπήσει τον Ματ. «Αφού το λέτε, ας γίνει έτσι. Είναι ένας μαλθακός υδρόβιος και το Ρουίντιαν θα τον σκοτώσει». Το δόρυ στράφηκε προς τον Ματ, που προσπαθούσε να χώσει ξανά το μαχαίρι στο μανίκι του χωρίς να τον προσέξουν. «Μα αυτός... Είναι θάνατος γι' αυτόν να βρίσκεται εδώ, ιεροσυλία ακόμα και να ζητήσει να μπει στο Ρουίντιαν. Κανείς δεν μπορεί να μπει, παρά μόνο εκείνοι του αίματος. Κανείς!»