«Ξαναγύρνα στις σκηνές σου, Κουλάντιν», είπε ψυχρά η Μελαίν. «Κι εσύ, Χάιρν. Κι εσύ, επίσης, Ρούαρκ. Είναι υπόθεση των Σοφών αυτή και δεν αφορά τους άντρες, παρά μόνο εκείνους που ρώτησαν. Πηγαίνετε!» Ο Ρούαρκ και ο Χάιρν ένευσαν και απομακρύνθηκαν μιλώντας, με κατεύθυνση το μικρότερο στρατόπεδο με τις σκηνές. Ο Κουλάντιν αγριοκοίταξε τον Ραντ, τον Ματ και τις Σοφές, πριν στρίψει απότομα για να γυρίσει στο μεγάλο στρατόπεδο.
Οι Σοφές αντάλλαξαν ματιές. Ανήσυχες ματιές, θα έλεγε η Εγκουέν, αν και τούτες οι γυναίκες ήταν σχεδόν ισάξιες των Άες Σεντάι στο να κρατούν το πρόσωπό τους ανέκφραστο όταν ήθελαν.
«Δεν επιτρέπεται», είπε τελικά η Άμυς. «Νεαρέ, δεν ξέρεις τι έκανες. Πήγαινε μαζί με τους άλλους». Το βλέμμα της άγγιξε την Εγκουέν, τη Μουαραίν και τον Λαν, που τώρα στέκονταν μόνοι με τα άλογα κοντά στην ανεμοδαρμένη Διαβατική Πέτρα. Η Εγκουέν δεν είδε κανένα ίχνος σε εκείνα τα μάτια που να λέει ότι την είχε αναγνωρίσει.
«Δεν μπορώ». Ο Ματ φαινόταν απελπισμένος. «Έκανα τόσο δρόμο, αλλά αυτό δεν μετράει, έτσι δεν είναι; Πρέπει να πάω στο Ρουίντιαν».
«Δεν επιτρέπεται», είπε κοφτά η Μελαίν και τα μακριά, χρυσοκόκκινα μαλλιά της τινάχτηκαν καθώς κουνούσε το κεφάλι. «Δεν έχεις αίμα Αελίτικο στις φλέβες σου».
Ο Ραντ τόση ώρα κοίταζε εξεταστικά τον Ματ. «Είναι μαζί μου», είπε ξαφνικά. «Μου δώσατε την άδεια και μπορεί να έρθει μαζί μου, είτε συμφωνείτε, είτε όχι». Αντιγύρισε τα βλέμματα των Άες Σεντάι, όχι προκλητικά, απλώς αποφασισμένα, έχοντας κατασταλάξει μέσα του. Η Εγκουέν ήξερε αυτή του τη στάση· δεν θα υποχωρούσε, ό,τι κι αν έλεγαν.
«Δεν επιτρέπεται», είπε τελικά η Μελαίν, απευθυνόμενη στις αδελφές της. Σήκωσε το επώμιο για να σκεπάσει το κεφάλι της. «Ο νόμος είναι σαφής. Καμία γυναίκα δεν μπορεί να πάει πάνω από δύο φορές στο Ρουίντιαν, κανένας άντρας πάνω από μία και κανένας που να μην έχει το αίμα του Άελ».
Η Σεάνα κούνησε το κεφάλι. «Πολλά αλλάζουν, Μελαίν. Οι παλιοί τρόποι...»
«Αν είναι εκείνος», είπε η Μπάιρ, «τότε έφτασε ο Καιρός των Αλλαγών. Μια Άες Σεντάι πάτησε πόδι στο Τσήνταρ, καθώς και ο Ααν'αλάιν με τον παράξενο μανδύα του. Μπορούμε να κρατιόμαστε ακόμα από τους παλιούς τρόπους, ξέροντας πόσα θα αλλάξουν;»
«Δεν μπορούμε», είπε η Άμυς. «Τα πάντα τώρα στέκονται στα πρόθυρα της αλλαγής. Μελαίν;» Η χρυσομάλλα κοίταξε τα βουνά γύρω τους, την πόλη στην ομίχλη πιο κάτω και ύστερα αναστέναξε και ένευσε. «Αποφασίστηκε», είπε η Αμυς γυρνώντας προς τον Ραντ και τον Ματ. «Εσύ», άρχισε να λέει και μετά κοντοστάθηκε. «Πώς ονομάζεις τον εαυτό σου;»
«Ραντ αλ'Θόρ».
«Ματ. Ματ Κώθον».
Η Άμυς ένευσε. «Εσύ, Ραντ αλ'Θόρ, πρέπει να πας στην καρδιά του Ρουίντιαν, ακριβώς στο κέντρο της. Αν επιθυμείς να πας μαζί του, Ματ Κώθον, ας γίνει έτσι, μάθε όμως ότι οι περισσότεροι άντρες που μπαίνουν στην καρδιά του Ρουίντιαν δεν ξαναγυρίζουν, ενώ μερικοί επιστρέφουν σαλεμένοι. Δεν μπορείτε να πάρετε μαζί σας ούτε νερό, ούτε τροφή, εις μνήμην των περιπλανήσεών μας μετά το Τσάκισμα. Πρέπει να πάτε άοπλοι στο Ρουίντιαν, με εξαίρεση τα χέρια και την καρδιά σας, για να τιμήσετε το Τζεν. Αν έχετε όπλα, αφήστε τα στο χώμα μπροστά μας. Θα είναι εδώ όταν επιστρέψετε. Αν επιστρέψετε».
Ο Ραντ ξεθηκάρωσε το μαχαίρι της ζώνης του, το άφησε στα πόδια της Άμυς και ύστερα από μια στιγμή πρόσθεσε το πράσινο, πέτρινο αγαλματάκι του στρογγυλόσωμου ανθρώπου. «Μόνο αυτά μπορώ ν' αφήσω», είπε.
Ο Ματ άρχισε με το μαχαίρι της ζώνης του και συνέχισε βγάζοντας μαχαίρια από τα μανίκια και κάτω από το σακάκι του, ακόμα κι ένα χαμηλά κάτω από το σβέρκο του, σχηματίζοντας ένα σωρό που φάνηκε να εντυπωσιάζει ακόμα και τις Αελίτισσες. Έκανε να σταματήσει κι ύστερα έβγαλε ακόμα δύο, ένα από κάθε μπότα. «Τα ξέχασα», είπε μ' ένα πλατύ χαμόγελο, σηκώνοντας τους ώμους. Το ακλόνητο βλέμμα των Σοφών του έδιωξε το χαμόγελο.
«Έχουν ταχθεί στο Ρουίντιαν», είπε επίσημα η Άμυς, κοιτώντας πάνω από τα κεφάλια τους. «Το Ρουίντιαν ανήκει στους νεκρούς», αποκρίθηκαν και οι άλλες τρεις μαζί.
«Απαγορεύεται να μιλήσουν στους ζωντανούς πριν επιστρέψουν», είπε. «Οι νεκροί δεν μιλούν στους ζωντανούς», απάντησαν και πάλι οι άλλες.
«Δεν τους βλέπουμε, παρά μόνο όταν σταθούν ξανά ανάμεσα στους ζωντανούς». Η Άμυς τράβηξε το επώμιο για να κρύψει τα μάτια της και μια-μια οι υπόλοιπες έκαναν το ίδιο. Με πρόσωπα κρυμμένα, μίλησαν εν χορώ. «Φύγετε από τους ζωντανούς και μη μας βασανίζετε με τις μνήμες όσων χάθηκαν. Μη μιλήσετε γι' αυτό που βλέπουν οι νεκροί». Έμειναν σιωπηλές και στάθηκαν εκεί, κρατώντας ψηλά τα επώμιά τους και περιμένοντας.