Выбрать главу

Ο Ραντ και ο Ματ κοιτάχτηκαν. Η Εγκουέν θέλησε να τους πλησιάσει, να τους μιλήσει —είχαν την υπερβολικά αποφασισμένη έκφραση που παίρνουν οι άντρες όταν δεν θέλουν να δείξουν ότι ανησυχούν― αλλά ίσως αυτό να παραβίαζε την τελετή.

Στο τέλος, ο Ματ ξέσπασε σε ένα σύντομο γέλιο. «Ε, φαντάζομαι ότι οι νεκροί μπορούν να μιλούν μεταξύ τους τουλάχιστον. Αναρωτιέμαι αν αυτό εξηγεί το... Δεν έχει σημασία. Λες να πειράζει αν πάμε με τα άλογα;»

«Δεν νομίζω», είπε ο Ραντ. «Νομίζω ότι πρέπει να περπατήσουμε».

«Ωχ, που να καούν τα κουρασμένα τα ποδαράκια μου. Καλύτερα να φεύγουμε λοιπόν. Θα μας φάει το μισό απόγευμα μέχρι να φτάσουμε εκεί. Αν είμαστε τυχεροί».

Ο Ραντ χάρισε στην Εγκουέν ένα καθησυχαστικό χαμόγελο καθώς ξεκινούσαν να κατέβουν το βουνό, σαν ήθελε να την πείσει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, τίποτα το ασυνήθιστο. Το χαμόγελο του Ματ ήταν το ίδιο που είχε όταν έκανε κάτι ιδιαίτερα ανόητο, όπως τότε που είχε βαλθεί να χορέψει στην κορυφή της στέγης.

«Δεν πιστεύω να κάνεις τίποτα... τρελό, έτσι δεν είναι;» είπε ο Ματ. «Εγώ σκοπεύω να γυρίσω ζωντανός».

«Το ίδιο κι εγώ», απάντησε ο Ραντ. «Το ίδιο κι εγώ».

Απομακρύνθηκαν και δεν ακούγονταν πια, δείχνοντας ολοένα και μικρότεροι καθώς κατέβαιναν. Όταν είχαν γίνει μικρές κουκκίδες που μετά βίας αναγνωρίζονταν ως άνθρωποι, οι Σοφές κατέβασαν τα επώμια.

Η Εγκουέν έσιαξε το φόρεμά της, ενώ ευχόταν να μην ήταν τόσο ιδρωμένη, και ανέβηκε τη μικρή απόσταση που τη χώριζε από τις Σοφές, τραβώντας πίσω της την Ομίχλη. «Άμυς; Είμαι η Εγκουέν αλ'Βέρ. Είπες ότι έπρεπε —»

Η Άμυς την έκοψε σηκώνοντας το χέρι και κοίταξε τον Λαν, που ερχόταν πίσω από τη Μουαραίν και την Αλντίμπ, οδηγώντας τον Μαντάρμπ, τον Πιπς και τον Τζήντ'εν. «Είναι γυναικεία υπόθεση τώρα, Ααν'αλάιν. Πρέπει να παραμερίσεις. Πήγαινε στις σκηνές. Ο Ρούαρκ θα σου προσφέρει νερό και σκιά».

Ο Λαν περίμενε το ελαφρό γνέψιμο της Μουαραίν, πριν υποκλιθεί και φύγει προς την κατεύθυνση που είχε πάρει ο Ρούαρκ. Ο μανδύας του, που άλλαζε χρώματα όπως κρεμόταν στην πλάτη του, μερικές φορές τον έκανε να μοιάζει με ασώματη κεφαλή με χέρια, η οποία αιωρούνταν πάνω από το χώμα μπροστά από τα τρία άλογα.

«Γιατί τον αποκαλείτε έτσι;» ρώτησε η Μουαραίν όταν ο Λαν απομακρύνθηκε. «Ο Μόνος. Τον ξέρετε;»

«Έχουμε ακούσει γι’ αυτόν, Άες Σεντάι». Η Άμυς έκανε τον τίτλο να μοιάζει με προσφώνηση μεταξύ ίσων. «Ο τελευταίος των Μαλκιρινών. Ο άνθρωπος που δεν θα εγκαταλείψει τον πόλεμό του εναντίον της Σκιάς, ακόμα κι αν αυτή έχει αφανίσει το έθνος του εδώ και καιρό. Έχει μεγάλη τιμή μέσα του. Ήξερα από το όνειρο ότι, αν ερχόσουν, ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα ερχόταν κι ο Ααν'αλάιν, αλλά δεν ήξερα ότι σε υπακούει».

«Είναι ο Πρόμαχός μου», είπε ανέκφραστα η Μουαραίν.

Η Εγκουέν πίστευε ότι η Άες Σεντάι ήταν μπερδεμένη, παρά τον τόνο της, και ήξερε γιατί. Ήταν σχεδόν σίγουρο ότι ο Λαν θα ερχόταν με τη Μουαραίν; Ο Λαν πάντα ακολουθούσε τη Μουαραίν· θα την ακολουθούσε ακόμα και στο Χάσμα του Χαμού, χωρίς δεύτερη σκέψη, Για την Εγκουέν ήταν σχεδόν εξίσου ενδιαφέρον εκείνο το «αν ερχόσουν». Ήξεραν οι Σοφές ότι θα πήγαιναν, ή όχι; Ίσως η ερμηνεία ενός Ονείρου να μην ήταν τόσο ακριβής όσο ήλπιζε. Ήταν έτοιμη να ρωτήσει, όταν μίλησε η Μπάιρ.

«Αβιέντα; Έλα εδώ».

Η Αβιέντα καθόταν ανακούρκουδα παραδίπλα, γεμάτη δυστυχία, με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από τα γόνατα, και κοίταζε το έδαφος. Σηκώθηκε αργά. Αν η Εγκουέν δεν ήξερε, θα έλεγε ότι η νεαρή φοβόταν. Η Αβιέντα έσερνε τα πόδια καθώς ανέβαινε εκεί που στεκόταν οι Σοφές, αφήνοντας το σάκο και τα τυλιγμένα υφαντά στα πόδια της.

«Είναι ώρα», είπε η Μπάιρ σχεδόν καλοσυνάτα. Πάντως, τα αχνογάλανα μάτια της ήταν ανυποχώρητα. «Έτρεξες με τα δόρατα όσο μπορούσες. Περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε».

Η Αβιέντα σήκωσε το κεφάλι ανυπόταχτα. «Είμαι μια Κόρη του Δόρατος. Δεν θέλω να γίνω Σοφή. Δεν θα γίνω!»

Τα πρόσωπα των Σοφών σκλήρυναν. Η Εγκουέν θυμήθηκε τον Κύκλο των Γυναικών στο χωριό της, όταν αντιμετώπιζε μια γυναίκα που ετοιμαζόταν να κάνει κάποια χαζομάρα.

«Ήδη σου φερθήκαμε πιο ευγενικά απ' όσο γινόταν στον καιρό μου», είπε η Άμυς με φωνή τραχιά σαν πέτρα. «Κι εγώ, επίσης, αρνήθηκα όταν με κάλεσαν. Οι δοραταδελφές έσπασαν τα δόρατά μου μπροστά στα ίδια μου τα μάτια. Με πήγαν στην Μπάιρ και την Κέντελιν δεμένη χειροπόδαρα, χωρίς να φοράω ούτε ένα ρούχο».