Выбрать главу

«Και σου είχαν βάλει μια όμορφη κουκλίτσα στη μασχάλη», είπε ξερά η Μπάιρ, «για να σου θυμίζει ότι φερόσουν παιδιάστικα. Απ' ό,τι θυμάμαι, το έσκασες εννιά φορές τον πρώτο μήνα».

Η Άμυς ένευσε βλοσυρά. «Και όταν με πιάνατε κάθε φορά, η κατάληξη ήταν να κλαίω σαν μικρό παιδί. Το δεύτερο μήνα το έσκασα μόνο πέντε φορές. Νόμιζα ότι ήμουν πιο δυνατή και πιο σκληρή από κάθε γυναίκα. Μα όμως δεν ήμουν έξυπνη· έκανα μισό χρόνο για να μάθω ότι ήσουν πιο δυνατή και πιο σκληρή απ' όσο θα μπορούσα να γίνω ποτέ, Μπάιρ. Στο τέλος έμαθα το καθήκον μου, τις υποχρεώσεις μου στο λαό μου. Όπως θα τα μάθεις κι εσύ, Αβιέντα. Οι γυναίκες σαν κι εμάς έχουν αυτές τις υποχρεώσεις. Δεν είσαι παιδί. Είναι καιρός να αφήσεις κατά μέρος τις κούκλες —και τα δόρατα― και να γίνεις η γυναίκα που προορίζεσαι να γίνεις».

Ξαφνικά η Εγκουέν κατάλαβε γιατί ένιωθε ένα αίσθημα συγγένειας με την Αβιέντα από την πρώτη στιγμή, κατάλαβε γιατί η Άμυς και οι άλλες την ήθελαν για Σοφή. Η Αβιέντα μπορούσε να διαβιβάζει. Όπως και η ίδια η Εγκουέν, όπως η Ηλαίην και η Νυνάβε —και η Μουαραίν επίσης― ήταν και η Αβιέντα από τις σπάνιες εκείνες γυναίκες που όχι μόνο μπορούσαν να διδαχθούν να διαβιβάζουν, αλλά είχαν την ικανότητα έμφυτη κι έτσι τελικά θα μπορούσαν να αγγίξουν την Αληθινή Πηγή, είτε ήξεραν τι έκαναν, είτε όχι. Το πρόσωπο της Μουαραίν ήταν ήρεμο, γαλήνιο, όμως αυτό που η Εγκουέν έβλεπε στα μάτια της επιβεβαίωνε την υπόθεσή της. Η Άες Σεντάι σίγουρα το ήξερε από την πρώτη φορά που είχε βρεθεί κοντά στην Αελίτισσα. Η Εγκουέν συνειδητοποίησε ότι ένιωθε την ίδια συγγένεια με την Άμυς και τη Μελαίν. Όχι όμως με την Μπάιρ και τη Σεάνα. Μόνο οι δύο πρώτες μπορούσαν να διαβιβάζουν· ήταν σίγουρη γι' αυτό. Και τώρα ένιωθε το ίδιο για τη Μουαραίν. Ήταν η πρώτη φορά που το είχε νιώσει. Η Άες Σεντάι ήταν μια απόμακρη γυναίκα.

Κάποιες από τις Σοφές φαίνεται ότι έβλεπαν περισσότερα στο πρόσωπο της Μουαραίν. «Ήθελες να την πας στο Λευκό Πύργο σας», είπε η Μπάιρ, «για να την κάνεις μια από εσάς. Είναι Αελίτισσα, Άες Σεντάι».

«Μπορεί να γίνει πολύ δυνατή, αν εκπαιδευθεί κατάλληλα», αποκρίθηκε η Μουαραίν. «Δυνατή όσο θα γίνει και η Εγκουέν. Στον Πύργο μπορεί να αποκτήσει αυτή τη δύναμη».

«Μπορούμε κι εμείς να τη διδάξουμε, Άες Σεντάι». Η φωνή της Μελαίν ήταν ήρεμη, αλλά τα αταλάντευτα, πράσινα μάτια της έδειχναν περιφρόνηση. «Και καλύτερα. Έχω μιλήσει με Άες Σεντάι. Εσείς κανακεύετε τις γυναίκες στον Πύργο. Η Τρίπτυχη Γη δεν είναι μέρος για κανάκεμα. Όταν η Αβιέντα θα μάθει αυτά που μπορεί να κάνει, εσείς ακόμα θα την είχατε να παίζει παιχνιδάκια».

Η Εγκουέν έριξε μια ματιά όλο έγνοια στην Αβιέντα· η νεαρή κοίταζε τα πόδια της και η προκλητική έκφραση είχε ξεφουσκώσει. Αν πίστευαν ότι η εκπαίδευση στον Πύργο ήταν κανάκεμα... Όταν ήταν μαθητευόμενη, είχε δουλέψει πολύ σκληρά και η πειθαρχία ήταν πιο αυστηρή από κάθε άλλη φορά στη ζωή της. Ένιωσε κυριολεκτικά να της πιάνεται το στομάχι από συμπόνια για την Αελίτισσα.

Η Άμυς άπλωσε τα χέρια και η Αβιέντα της έδωσε απρόθυμα τα δόρατα και τη μικρή, στρογγυλή ασπίδα, ενώ το πρόσωπό της συσπάστηκε όταν η Σοφή τα πέταξε στο χώμα. Η Αβιέντα έβγαλε αργά τη θήκη του τόξου από την πλάτη, την παρέδωσε και μετά έλυσε τη ζώνη που κρατούσε τη φαρέτρα και το θηκαρωμένο μαχαίρι της. Η Άμυς δεχόταν κάθε προσφορά της Αβιέντα και την πετούσε σαν να ήταν σκουπίδι· κάθε φορά η νεαρή τιναζόταν. Ένα δάκρυ τρεμούλιαζε στην άκρη του ματιού της.

«Πρέπει να της φέρεσαι με τέτοιον τρόπο;» ρώτησε θυμωμένα η Εγκουέν. Η Άμυς και οι άλλες την κοίταξαν ανέκφραστα, αλλά αυτή δεν τις άφησε να την εκφοβίσουν. «Νοιάζεται γι' αυτά τα πράγματα κι εσύ κάνεις σαν να είναι σκουπίδια».

«Πρέπει να τα βλέπει σαν σκουπίδια», είπε η Σεάνα. «Όταν επιστρέψει —αν επιστρέψει― θα τα κάψει και θα σκορπίσει τις στάχτες τους. Το μέταλλο θα το δώσει στο σιδερά για να κάνει μικροπράγματα. Όχι όπλα. Ούτε καν χασαπομάχαιρο. Αγκράφες, κατσαρολάκια, παιχνιδάκια-γρίφους για παιδιά. Πράγματα που θα τα μοιράσει με τα χέρια της».

«Η Τρίπτυχη Γη δεν είναι μαλακή, Άες Σεντάι», είπε η Μπάιρ. «Εδώ ό,τι είναι μαλακό πεθαίνει».

«Το καντιν'σόρ, Αβιέντα». Η Άμυς έδειξε τα πεταμένα όπλα. «Τα καινούρια ρούχα θα περιμένουν το γυρισμό σου».

Η Αβιέντα γδύθηκε μηχανικά, πετώντας στο σωρό το σακάκι και το κοντό, φαρδύ παντελόνι, τις μαλακές μπότες, τα πάντα. Γυμνή, στάθηκε χωρίς να κουνά ούτε τα δάχτυλα των ποδιών της, αν και της Εγκουέν της φαινόταν ότι τα πόδια της έβγαζαν φουσκάλες, παρά τα παπούτσια της. Θυμήθηκε τότε που παρακολουθούσε να καίνε τα ρούχα που είχε φορέσει στο Λευκό Πύργο, το κόψιμο των δεσμών με την προηγούμενη ζωή, αλλά δεν ήταν έτσι. Δεν ήταν τόσο ωμό.