Выбрать главу

Όταν η Αβιέντα έκανε να ρίξει στο σωρό το σακίδιο και τα υφαντά, η Σεάνα της τα πήρε. «Αυτά θα μπορέσεις να τα ξαναπάρεις. Αν επιστρέψεις. Αν όχι, θα πάνε στην οικογένειά σου, για τη θύμηση».

Η Αβιέντα ένευσε. Δεν έδειχνε φόβο. Φαινόταν απρόθυμη, θυμωμένη, ακόμα και μουτρωμένη, όμως όχι φοβισμένη.

«Στο Ρουίντιαν», είπε η Άμυς, «θα βρεις τρεις δακτυλίους βαμμένους έτσι». Ζωγράφισε τρεις γραμμές στον αέρα, που ενώνονταν στη μέση. «Μπες σε οποιονδήποτε από αυτούς. Θα δεις το μέλλον σου να απλώνεται μπροστά, ξανά και ξανά, σε παραλλαγές. Δεν θα σου προσφέρουν τέλεια καθοδήγηση, και καλύτερα έτσι, γιατί θα ξεθωριάσουν, όπως συμβαίνει με τις ιστορίες που έχεις ακούσει πριν από πολύ καιρό, όμως θα θυμάσαι αρκετά για να ξέρεις μερικά πράγματα που πρέπει να γίνουν για σένα, όσο κι αν τα αποστρέφεσαι, καθώς και μερικά που δεν πρέπει να γίνουν, ακόμα κι αν είναι λατρεμένες σου ελπίδες. Είναι η αρχή για να αποκληθείς Σοφή. Μερικές γυναίκες δεν επιστρέφουν ποτέ από τους δακτυλίους, ίσως επειδή δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν το μέλλον. Κάποιες από αυτές που επιζούν από τους δακτυλίους δεν επιζούν από το δεύτερο ταξίδι τους στο Ρουίντιαν, στην καρδιά. Δεν εγκαταλείπεις μια σκληρή και δύσκολη ζωή για μια μαλθακότερη, αλλά για μια άλλη, σκληρότερη και δυσκολότερη».

Ένα τερ'ανγκριάλ. Η Αμυς περιέγραφε ένα τερ'ανγκριάλ. Τι είδους μέρος ήταν αυτό το Ρουίντιαν; Η Εγκουέν θέλησε να πάει και η ίδια εκεί για να το βρει. Μα ήταν ανοησία. Δεν είχε έρθει εδώ για να θέσει τον εαυτό της σε περιττούς κινδύνους με ένα τερ'ανγκριάλ για το οποίο δεν ήξερε τίποτα.

Η Μελαίν έπιασε με τη χούφτα το σαγόνι της Αβιέντα και έστρεψε στο μέρος της το πρόσωπο της νεαρής γυναίκας. «Είσαι δυνατή», είπε με ήρεμη πεποίθηση. «Τα όπλα σου τώρα είναι ένα δυνατό μυαλό και μια δυνατή καρδιά, αλλά κράτα τα με τη σιγουριά που κρατούσες το δόρυ. Θυμήσου τα, χρησιμοποίησε τα και θα σε βοηθήσουν να αντιμετωπίσεις τα πάντα».

Η Εγκουέν ξαφνιάστηκε. Της είχε φανεί ότι από τις τέσσερις Σοφές, αυτή ήταν η τελευταία που θα έδειχνε συμπόνια.

Η Αβιέντα ένευσε ― κατόρθωσε μάλιστα να χαμογελάσει αμυδρά. «Θα παραβγώ με τους άντρες και θα φτάσω πρώτη στο Ρουίντιαν. Δεν μπορούν να τρέξουν».

Κάθε Σοφή, με τη σειρά της, τη φίλησε ανάλαφρα στο κάθε μάγουλο. «Γύρνα σε μας», της ψιθύριζαν.

Η Εγκουέν έπιασε το χέρι της Αβιέντα και το έσφιξε, και την ένιωσε να το ανταποδίδει. Ύστερα η Αελίτισσα άρχισε να κατεβαίνει τρέχοντας και πηδώντας τη βουνοπλαγιά. Όπως έδειχνε, δεν ήταν καθόλου απίθανο να προφτάσει τον Ραντ και τον Ματ. Η Εγκουέν την παρακολούθησε ανήσυχη να φεύγει. Της φαινόταν ότι ήταν σαν να γινόταν Αποδεχθείσα, χωρίς όμως να προηγείται εκπαίδευση μαθητευόμενης, χωρίς κανέναν να της δώσει λίγη παρηγοριά μετά. Πώς θα ήταν, αν και η ίδια είχε γίνει Αποδεχθείσα από την πρώτη μέρα στον Πύργο; Μάλλον θα τρελαινόταν, σκέφτηκε. Η Νυνάβε είχε γίνει Αποδεχθείσα εξαιτίας της δύναμής της· της φαινόταν ότι ένα μέρος της απέχθειας που έτρεφε η Νυνάβε για τις Άες Σεντάι προερχόταν από αυτά που είχε βιώσει εκεί. Γύρνα κοντά μας, σκέφτηκε. Δείξε σθένος.

Όταν η Αβιέντα χάθηκε από τα μάτια τους, η Εγκουέν αναστέναξε και στράφηκε πάλι στις Σοφές. Είχε το δικό της σκοπό εδώ και δεν θα ωφελούσε κανέναν αν τον έκρυβε. «Άμυς, στον Τελ'αράν'ριοντ μου είπες ότι έπρεπε να έρθω σε σένα για να μάθω. Ήρθα».

«Τι βιάση», είπε η ασπρομάλλα. «Ήμασταν βιαστικές επειδή η Αβιέντα πάλευε τόσο καιρό ενάντια στο τοχ της, επειδή φοβηθήκαμε ότι οι Σάιντο θα φορούσαν πέπλο ακόμα κι εδώ, αν δεν στέλναμε τον Ραντ αλ'Θόρ στο Ρουίντιαν πριν προλάβουν να το σκεφτούν».

«Πιστεύεις ότι θα δοκίμαζαν να τον σκοτώσουν;» είπε η Εγκουέν. «Μα είχατε στείλει ανθρώπους πέρα από το Δρακότειχος για να βρουν αυτόν ακριβώς. Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή».

Η Μπάιρ τράβηξε το επώμιό της. «Μπορεί να είναι εκείνος. Θα δούμε. Αν ζήσει».

«Έχει τα μάτια της μητέρας του», είπε η Αμυς, «και πολλά χαρακτηριστικά της στο πρόσωπό του, όπως επίσης και του πατέρα του, όμως ο Κουλάντιν έβλεπε μόνο τα ρούχα και το άλογό του. Το ίδιο θα έβλεπαν και οι Σάιντο, όπως ίσως και το Τάαρνταντ. Δεν επιτρέπονται οι ξενομερίτες σ' αυτά τα χώματα και τώρα είστε πέντε. Όχι, είστε τέσσερις· ο Ραντ αλ'Θόρ δεν είναι ξενομερίτης, όπου κι αν μεγάλωσε. Αλλά ήδη επιτρέψαμε σ' έναν να μπει στο Ρουίντιαν, όπου επίσης απαγορεύεται. Η αλλαγή έρχεται σαν κατολίσθηση, είτε μας αρέσει, είτε όχι».

«Πρέπει να έρθει», είπε η Μπάιρ με έναν τόνο κάθε άλλο παρά ευχαριστημένο. «Το Σχήμα μας σπέρνει εκεί που μας θέλει».