«Ξέρατε τους γονείς του Ραντ;» ρώτησε επιφυλακτικά η Εγκουέν. Ό,τι κι αν έλεγαν, ακόμα θεωρούσε τον Ταμ και την Κάρι αλ'Θόρ γονείς του Ραντ.
«Είναι δική του αυτή η ιστορία», είπε η Άμυς, «αν θελήσει να τη μάθει». Το στόμα της ήταν σφιγμένο και έδειχνε ότι δεν θα ξανάλεγε κουβέντα για το ζήτημα.
«Ελάτε», είπε η Μπάιρ. «Τώρα δεν υπάρχει πια λόγος να βιαζόμαστε. Ελάτε. Σας προσφέρουμε νερό και σκιά».
Τα γόνατα της Εγκουέν κόντεψαν να λυγίσουν, όταν άκουσε να λένε για σκιά. Το μαντίλι στο μέτωπο της, που νωρίτερα ήταν μούσκεμα, τώρα είχε σχεδόν ξεραθεί· ένιωθε να έχουν ψήσει την κορυφή του κεφαλιού της, καθώς και σχεδόν όλο της το σώμα. Και η Μουαραίν φαινόταν να νιώθει ευγνωμοσύνη, καθώς ακολουθούσε τις Σοφές σε ένα από τα μικρά στρατόπεδα που σχημάτιζαν οι χαμηλές, ανοιχτές σκηνές.
Ένας ψηλός άντρας με σανδάλια και λευκή ρόμπα με κουκούλα πήρε τα γκέμια των αλόγων τους. Το Αελίτικο πρόσωπό του φαινόταν παράξενο μέσα στη βαθιά, μαλακή κουκούλα, καθώς είχε χαμηλωμένα τα μάτια.
«Δώσε νερό στα ζώα», είπε η Μπάιρ πριν χωθεί στη χαμηλή σκηνή, που ήταν ανοιχτή από παντού, σαν τέντα, και ο άντρας υποκλίθηκε πίσω της και άγγιξε το μέτωπό του.
Η Εγκουέν δίστασε· δεν ήξερε αν έπρεπε να τον αφήσει να πάρει την Ομίχλη. Φαινόταν έμπιστος, αλλά τι ήξεραν οι Αελίτες από άλογα; Πάντως δεν πίστευε ότι θα έκανε κακό στο άλογο της και μέσα στη σκηνή έμοιαζε να υπάρχει μια θαυμάσια σκοτεινιά ― έτσι ήταν συγκριτικά με έξω και επίσης υπήρχε η ανάλογη δροσιά.
Η σκηνή στην κορυφή της σχημάτιζε μια τρύπα, όμως ακόμα και εκεί κάτω σχεδόν δεν είχε χώρο να σταθείς όρθιος. Σαν να ήθελαν να επανορθώσουν για τα μουντά χρώματα που φορούσαν οι Αελίτες, εδώ υπήρχαν κόκκινες μαξιλάρες με χρυσά κρόσσια δεξιά κι αριστερά, πάνω σε πολύχρωμα χαλιά απλωμένα το ένα πάνω στο άλλο, τόσο πολλά που μαλάκωναν το σκληρό έδαφος από κάτω. Η Εγκουέν και η Μουαραίν μιμήθηκαν τις Σοφές, έπεσαν στο χαλί και έγειραν στον ώμο, στηριγμένες σ' ένα μαξιλάρι. Όλες ήταν σε κύκλο και βρίσκονταν τόσο κοντά, που η μια σχεδόν άγγιζε την άλλη.
Η Μπάιρ χτύπησε ένα μικρό, μπρούτζινο σήμαντρο και εμφανίστηκαν δύο νεαρές με ασημένιους δίσκους, σκύβοντας με χάρη, οι οποίες φορούσαν λευκές ρόμπες με βαθιές κουκούλες και είχαν χαμηλωμένα τα μάτια, σαν τον άντρα που είχε πάρει τα άλογα. Γονατίζοντας στη μέση της σκηνής, η μια γέμισε από ένα μικρό, ασημένιο κύπελλο με κρασί για καθεμιά από τις γυναίκες που ήταν γερμένες στα μαξιλάρια και η άλλη έβαλε νερό σε πιο μεγάλα κύπελλα. Δίχως λέξη, βγήκαν έξω με μια υπόκλιση, αφήνοντας τους αστραφτερούς δίσκους και τις κανάτες, που είχαν στάλες δροσιάς στα πλάγια.
«Εδώ έχει νερό και σκιά», είπε η Μπάιρ υψώνοντας το κύπελλο με το νερό, «που δίνονται ελεύθερα. Ας μην υπάρχουν προστριβές μεταξύ μας. Οι πάντες είναι ευπρόσδεκτοι εδώ, ευπρόσδεκτοι όσο οι πρωταδελφές».
«Ας μην υπάρχουν προστριβές», μουρμούρισαν η Αμυς και οι άλλες δύο. Ήπιαν μια γουλιά νερό και οι Αελίτισσες συστήθηκαν και τυπικά. Ήταν η Μπάιρ, της φυλής Χάιντο του Σάαραντ Άελ. Η Άμυς, της φυλής των Εννέα Κοιλάδων του Τάαρνταντ Άελ. Η Μελαίν, της φυλής Τζιράντ του Γκόσιεν Άελ. Η Σεάνα, της φυλής του Μαύρου Γκρεμού του Νακάι Αελ.
Η Εγκουέν και η Μουαραίν ακολούθησαν το τυπικό, αν και η Μουαραίν έσφιξε το στόμα, όταν η Εγκουέν αυτοαποκλήθηκε Άες Σεντάι του Πράσινου Άτζα.
Σαν να είχε γκρεμιστεί ένας τοίχος όταν μοιράστηκαν το νερό και αντάλλαξαν ονόματα, η διάθεση μέσα στη σκηνή άλλαξε σχεδόν με απτό τρόπο. Οι Αελίτισσες χαμογέλασαν, ακολούθησε μια ανεπαίσθητη χαλάρωση και οι τυπικότητες τελείωσαν.
Η Εγκουέν ένιωθε πιο πολλή ευγνωμοσύνη για το νερό, παρά για το κρασί. Μπορεί μέσα στη σκηνή να είχε περισσότερο δροσιά απ' όση έξω, όμως ένιωθε το λαιμό της να στεγνώνει ακόμα και με την απλή αναπνοή. Με μια χειρονομία της Άμυς, γέμισε βιαστικά και δεύτερο κύπελλο.
Οι λευκοντυμένοι εκείνοι άνθρωποι ήταν μια έκπληξη. Ήταν ανόητο, αλλά τώρα καταλάβαινε ότι στο νου της οι Αελίτες, αν εξαιρούσες τις Σοφές, ήταν όλοι σαν τον Ρούαρκ και την Αβιέντα, πολεμιστές. Θα είχαν βεβαίως σιδεράδες, υφαντουργούς και άλλους τεχνίτες· δεν γινόταν αλλιώς. Γιατί όχι και υπηρέτες. Μόνο που η Αβιέντα αποστρεφόταν τους υπηρέτες στην Πέτρα και δεν τους άφηνε να κάνουν γι' αυτήν τίποτα αν μπορούσε να το αποφύγει. Αυτοί οι άνθρωποι, με το πράο φέρσιμό τους, δεν φέρονταν καθόλου σαν Αελίτες. Απ' όσο θυμόταν, δεν είχε δει κανέναν λευκοντυμένο στα μεγάλα στρατόπεδα. «Μόνο οι Σοφές έχουν υπηρέτες;» ρώτησε.
Η Μελαίν στραβοκατάπιε το κρασί της. «Υπηρέτες;» είπε με κομμένη την ανάσα. «Είναι γκαϊ'σάιν, όχι υπηρέτες». Λες κι αυτό τα εξηγούσε όλα.
Η Μουαραίν έσμιξε ελαφρά τα φρύδια, με το κύπελλο κοντά στο στόμα. «Γκαϊ'σάιν; Πώς μεταφράζεται αυτό; Εκείνοι που ορκίστηκαν ειρήνη στη μάχη;»