Выбрать главу

«Είναι απλώς γκαϊ'σάιν», είπε η Άμυς. Φάνηκε να συνειδητοποιεί ότι οι άλλες δεν την καταλάβαιναν. «Συγχώρεσέ με, αλλά ξέρεις το τζι'ε'τόχ;»

«Τιμή και υποχρέωση», απάντησε αμέσως η Μουαραίν. «Ή ίσως τιμή και καθήκον».

«Ναι, αυτές είναι οι λέξεις. Όμως το νόημα; Ζούμε με το τζι'ε'τόχ, Άες Σεντάι».

«Μη δοκιμάσεις να τους τα πεις όλα, Άμυς», την προειδοποίησε η Μπάιρ. «Κάποτε πέρασα ένα μήνα προσπαθώντας να εξηγήσω το τζι'ε'τόχ σε μια υδρόβια και στο τέλος είχε περισσότερες απορίες απ' όσες στην αρχή».

Η Άμυς ένευσε. «Δεν θα ξεστρατίσω από τον πυρήνα του νοήματος. Αν επιθυμείς να το εξηγήσω, Μουαραίν».

Η Εγκουέν θα προτιμούσε να πούνε για το Ονείρεμα και την εκπαίδευση. «Ναι, αν θέλεις», είπε η Άες Σεντάι, προς μεγάλη ενόχληση της Εγκουέν.

Νεύοντας προς τη Μουαραίν, η Άμυς άρχισε. «Θα ακολουθήσω απλώς το δρόμο των γκαϊ'σάιν. Στο χορό των δοράτων, το περισσότερο τζι, τη μεγαλύτερη τιμή, την κερδίζει κάποιος αγγίζοντας έναν οπλισμένος εχθρό, χωρίς να τον σκοτώσει ή να τον πληγώσει κατ' οποιονδήποτε τρόπο».

«Τη μεγαλύτερη τιμή, επειδή είναι τόσο δύσκολο», είπε η Σεάνα, ενώ τα γκριζογάλανα μάτια της γέμιζαν ρυτίδες γέλιου στο πλάι, «κι άρα γίνεται πολύ σπάνια».

«Η μικρότερη τιμή είναι όταν σκοτώνεις», συνέχισε η Άμυς. «Το κάθε παιδί και ο κάθε ανόητος μπορούν να σκοτώσουν. Στο ενδιάμεσο είναι να πιάσεις αιχμάλωτο. Σου το απλοποίησα, βλέπεις. Υπάρχουν πολλοί βαθμοί. Οι γκαϊ'σάιν είναι αιχμάλωτοι που τους έπιασαν μ' αυτό τον τρόπο, αν και ένας πολεμιστής που αγγίχτηκε μπορεί μερικές φορές να απαιτήσει να τον πάρουν γκαϊ'σάιν, για να μειώσει την τιμή του εχθρού του και τη δική του απώλεια».

«Οι Κόρες του Δόρατος και τα Σκυλιά της Πέτρας διακρίνονται σ' αυτό», παρενέβη η Σεάνα, με αποτέλεσμα να την αγριοκοιτάξει η Άμυς.

«Εγώ μιλάω ή εσύ; Για να συνεχίσω. Κάποιοι, φυσικά, δεν πιάνονται γκαϊ'σάιν. Σοφές, σιδεράδες, παιδιά, γυναίκες έγκυες ή αυτές που έχουν παιδί μικρότερο των δέκα χρόνων. Ο γκαϊ'σάιν έχει τοχ σ’ εκείνον που τον αιχμαλώτισε. Για τον γκαϊ'σάιν, αυτό σημαίνει να υπηρετήσει ένα χρόνο και μία μέρα υπακούοντας ταπεινά, χωρίς να αγγίξει όπλο, χωρίς να ασκήσει βία».

Η Εγκουέν ένιωσε να ξυπνά το ενδιαφέρον της. «Δεν προσπαθούν να δραπετεύσουν; Εγώ έτσι θα έκανα». Δεν θα αφήσω κανέναν να με αιχμαλωτίσει ξανά!

Οι Σοφές φάνηκαν κατάπληκτες. «Έχει συμβεί», είπε ξινά η Σεάνα, «αλλά δεν υπάρχει τιμή σ' αυτό. Αν το έσκαγε ένας γκαϊ'σάιν, θα τον επέστρεφε η φυλή του, για να αρχίσει ξανά τον ένα χρόνο και μία μέρα. Η ατίμωση είναι τόσο μεγάλη, που μπορεί να πάει και ο πρωταδελφός ή η πρωταδελφή του ως γκαϊ'σάιν για να ξεπληρώσουν το τοχ της φυλής. Κι όχι μόνο ένας, αν νιώθουν ότι η απώλεια του τζι είναι μεγάλη».

Η Μουαραίν έμοιαζε να τα δέχεται γαλήνια όλα αυτά, ενώ έπινε το νερό της, αλλά η Εγκουέν με το ζόρι κρατιόταν για να μην κουνήσει το κεφάλι. Οι Αελίτες ήταν παράφρονες, τελεία και παύλα. Η συνέχεια ήταν χειρότερη.

«Κάποιοι γκαϊ'σάιν τώρα μετατρέπουν την ταπεινότητα σε αλαζονεία», είπε αποδοκιμαστικά η Μελαίν. «Νομίζουν ότι έτσι κερδίζουν τιμή, φτάνοντας την υπακοή και την ταπεινότητα σε σημείο γελοιοποίησης. Είναι ένα καινούριο πράγμα και ανόητο. Δεν είναι μέρος του τζι'ε'τόχ».

Η Μπάιρ γέλασε ― ένας πλούσιος ήχος, που ξάφνιαζε όταν τον σύγκρινες με τη βραχνή φωνή της. «Ανόητοι υπήρχαν ανέκαθεν. Όταν ήμουν κοπέλα και οι Σάαραντ και οι Τομανέλε έκλεβαν κάθε βράδυ οι μεν τα γελάδια και τα κατσίκια των δε, υπήρχε η Τσέντα, η στεγοκυρά του Μάιντε Κατ, την οποία έσπρωξε παράμερα ένας νεαρός Αναζητητής Νερού της φυλής Χάιντο σε μια επιδρομή. Ήρθε στην κοιλάδα Μπεντ και απαίτησε να την πάρει ο νεαρός γκαϊ'σάιν· δεν θα του επέτρεπε να κερδίσει την τιμή ότι την είχε αγγίξει, επειδή εκείνη τη στιγμή είχε ένα χασαπομάχαιρο στα χέρια της. Ένα χασαπομάχαιρο! Ήταν όπλο, ισχυρίστηκε η Τσέντα, σαν να ήταν Κόρη. Το αγόρι δεν είχε άλλη επιλογή από το να κάνει αυτό που απαιτούσε η γυναίκα, παρά τα γέλια που θα ακολουθούσαν. Δεν μπορείς να στείλεις μια στεγοκυρά ξυπόλητη στο φρούριό της. Πριν κλείσει ο ένας χρόνος και η μία μέρα, η φυλή Χάιντο και η φυλή Τζέντα αντάλλαξαν δόρατα και το αγόρι γρήγορα βρέθηκε παντρεμένο με τη μεγάλη θυγατέρα της Τσέντα, με τη δευτερομητέρα του να είναι ακόμα γκαϊ'σάιν του. Προσπάθησε να τη δώσει στη σύζυγό του ως μέρος των γαμήλιων δώρων και τότε και οι δύο γυναίκες ισχυρίστηκαν ότι προσπαθούσε να τους στερήσει την τιμή. Παραλίγο να αναγκαστεί να πάρει την ίδια τη γυναίκα του για γκαϊ'σάιν. Παραλίγο να ξαναρχίσουν οι επιδρομές μεταξύ Χάιντο και Τζέντα, πριν ξεπληρωθεί το τοχ». Οι Αελίτισσες σχεδόν είχαν πέσει κάτω από τα γέλια· η Άμυς και η Μελαίν σκούπιζαν δάκρυα από τα μάτια τους.