Выбрать главу

Η Εγκουέν δεν κατάλαβε πολλά από την ιστορία —ούτε γιατί ήταν αστεία― αλλά κατάφερε να γελάσει ευγενικά.

Η Μουαραίν άφησε κατά μέρος το νερό και έπιασε το μικρό, ασημένιο κύπελλο με το κρασί. «Έχω ακούσει άντρες που λένε ότι πολέμησαν το Άελ, όμως ποτέ δεν έχω ακούσει για κάτι τέτοιο. Πάντως όχι για Αελίτη που παραδόθηκε επειδή τον άγγιξε κάποιος».

«Δεν είναι παράδοση», είπε με νόημα η Άμυς. «Είναι τζι'ε'τόχ».

«Κανένας δεν θα ζητούσε να γίνει γκαϊ'σάιν ενός υδρόβιου», είπε η Μελαίν. «Οι ξενομερίτες δεν ξέρουν από τζι'ε'τόχ».

Οι Αελίτισσες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ένιωθαν αμηχανία. Γιατί; αναρωτήθηκε η Εγκουέν. Α! Για τους Αελίτες, το να μην ξέρεις από τζι'ε'τόχ ήταν σαν να μην έχεις τρόπους, σαν να μην έχεις τιμή. «Υπάρχουν έντιμοι άνθρωποι ανάμεσά μας», είπε η Εγκουέν. «Οι περισσότεροι. Ξέρουμε τι είναι σωστό και τι λάθος».

«Φυσικά και ξέρετε», μουρμούρισε η Μπάιρ με έναν τόνο που έλεγε ότι δεν ήταν το ίδιο πράγμα.

«Μου στείλατε ένα γράμμα στο Δάκρυ», είπε η Μουαραίν, «πριν φτάσω καν εδώ. Είπατε πολλά και διάφορα, μερικά από τα οποία αποδείχτηκαν αληθινά. Μεταξύ άλλων ότι θα σας συναντούσα, ότι έπρεπε να σας συναντήσω σήμερα εδώ· σχεδόν με διατάξατε να έρθω εδώ. Όμως πρωτύτερα είπατε, αν θα ερχόμουν. Απ' όσα γράψατε, πόσα ξέρατε ότι θα έβγαιναν αληθινά;»

Η Αμυς αναστέναξε και άφησε κατά μέρος το κύπελλο με το κρασί, όμως εκείνη που μίλησε ήταν η Μπάιρ. «Πολλά είναι αβέβαια, ακόμα και για μια ονειροβάτισσα. Η Άμυς και η Μελαίν είναι οι καλύτερες από μας και ακόμα κι αυτές δεν βλέπουν όλα όσα είναι, ή όλα όσα θα είναι».

«Ακόμα και στον Τελ'αράν'ριοντ το παρόν είναι πολύ πιο καθαρό από το μέλλον», είπε η χρυσομάλλα Σοφή. «Αυτό που συμβαίνει, ή που αρχίζει, φαίνεται πολύ πιο εύκολα από αυτό που θα συμβεί, ή που ίσως συμβεί. Δεν είδαμε καθόλου την Εγκουέν ή τον Ματ Κώθον. Ήταν μοιρασμένες οι πιθανότητες ότι θα έρθει ο νεαρός που αυτοαποκαλείται Ραντ αλ'Θόρ. Αν δεν ερχόταν, ήταν βέβαιο ότι θα πέθαινε, το ίδιο και οι Αελίτες. Αλλά έχει έρθει και αν επιζήσει από το Ρουίντιαν, τότε τουλάχιστον κάποιοι Αελίτες θα επιζήσουν. Αυτό το ξέρουμε. Αν δεν είχες έρθει, ο Ραντ αλ'Θόρ θα είχε πεθάνει. Αν δεν είχε έρθει ο Ααν'αλάιν, θα είχες πεθάνει. Αν δεν περάσεις από τους δακτυλίους —» Σταμάτησε σαν να είχε δαγκώσει τη γλώσσα της.

Η Εγκουέν έγειρε μπροστά προσηλωμένη. Η Μουαραίν έπρεπε να μπει στο Ρουίντιαν; Μα η Άες Σεντάι δεν έδειξε να το έχει προσέξει και η Σεάνα έσπευσε να μιλήσει, για να τραβήξει την προσοχή από το ολίσθημα της Μελαίν.

«Δεν υπάρχει ένα δεδομένο μονοπάτι για το μέλλον. Το Σχήμα κάνει και την πιο καλοδουλεμένη δαντέλα να μοιάζει με χοντροκαμωμένο σακί, με μπλεγμένο κουβάρι. Στον Τελ'αράν'ριοντ υπάρχει η δυνατότητα να δούμε μερικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να υφανθεί το μέλλον. Τίποτα παραπάνω».

Η Μουαραίν ήπιε μια γουλιά κρασί. «Συχνά είναι δύσκολο να μεταφράσεις την Παλιά Γλώσσα». Η Εγκουέν έμεινε να την κοιτάζει. Η Παλιά Γλώσσα; Τι έγιναν οι δακτύλιοι, το τερ'ανγκριάλ; Μα η Μουαραίν συνέχισε αμέριμνα. «Τελ'αράν'ριοντ σημαίνει Κόσμος των Ονείρων, ή ίσως Αθέατος Κόσμος. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο δεν είναι ακριβές· είναι πολύ πιο πολύπλοκο. Ααν'αλάιν. Ο Μόνος, αλλά επίσης ο Άντρας Που Είναι Ένας Ολόκληρος Λαός και υπάρχουν δυο-τρεις ακόμα τρόποι να το μεταφράσεις. Υπάρχουν οι λέξεις που έχουμε σε καθημερινή χρήση και ποτέ δεν σκεφτόμαστε το νόημά τους στην Παλιά Γλώσσα. Οι Πρόμαχοι λέγονται “Γκαϊντίν”, που σήμαινε “αδέλφια στη μάχη”. Άες Σεντάι σήμαινε “υπηρέτης όλων”. Και το “Άελ” σήμαινε “αφοσιωμένοι” στην Παλιά Γλώσσα, αλλά υπάρχει και κάτι ισχυρότερο· υπαινίσσεται έναν όρκο γραμμένο στα κόκαλά σου. Συχνά αναρωτιέμαι σε τι είναι αφοσιωμένοι οι Αελίτες». Τα πρόσωπα των Σοφών είχαν γίνει σαν σιδερένιες μάσκες, η Μουαραίν όμως συνέχισε. «Και το “Τζεν Άελ” σήμαινε “οι αληθινά αφοσιωμένοι”, αλλά και πάλι υπάρχει κάτι ισχυρότερο. Ίσως “οι μόνοι αληθινά αφοσιωμένοι”. Το μόνο αληθινό Άελ;» Τις κοίταξε ερωτηματικά, σαν να μην την κοιτούσαν ξαφνικά με μάτια που θαρρείς είχαν γίνει πέτρα. Καμία τους δεν μίλησε.

Τι έκανε η Μουαραίν; Η Εγκουέν δεν θα άφηνε την Άες Σεντάι να της χαλάσει την ελπίδα πως θα μάθαινε ό,τι μπορούσαν να της διδάξουν οι Σοφές. «Άμυς, μπορούμε τώρα να μιλήσουμε για το Ονείρεμα;»