Выбрать главу

«Απόψε θα έχουμε χρόνο», είπε η Άμυς.

«Μα —»

«Απόψε, Εγκουέν. Μπορεί να είσαι Άες Σεντάι, αλλά πρέπει να ξαναγίνεις μαθήτρια. Ακόμα δεν μπορείς ούτε να κοιμάσαι όποτε θέλεις, ούτε να κοιμάσαι τόσο ελαφρά, ώστε να ξέρεις τι βλέπεις πριν ξυπνήσεις. Όταν γείρει ο ήλιος, θα αρχίσω να σου διδάσκω».

Η Εγκουέν έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε από την άκρη στην κορυφή της σκηνής. Από την πυκνή σκιά, το φως έξω έλαμπε εκτυφλωτικά στο τρεμούλιασμα του αέρα· ο ήλιος είχε κάνει το μισό δρόμο ως το βουνό.

Ξαφνικά η Μουαραίν στάθηκε στα γόνατα· άπλωσε το χέρι πίσω και έλυσε το φόρεμά της. «Υποθέτω ότι πρέπει να πάω σαν την Αβιέντα», είπε χωρίς να ρωτά.

Η Μπάιρ έριξε μια σκληρή ματιά στη Μελαίν, την οποία η νεαρή άντεξε μόνο για μια στιγμή, πριν χαμηλώσει το βλέμμα. «Δεν έπρεπε να το μάθεις. Τώρα έγινε. Αλλαγή. Κάποιος που δεν είναι του αίματος έχει πάει στο Ρουίντιαν και τώρα ακόμα ένας», είπε η Σεάνα καρτερικά.

Η Μουαραίν κοντοστάθηκε. «Έχει διαφορά που μου το είπατε;»

«Ίσως μεγάλη διαφορά», είπε απρόθυμα η Μπάιρ, «ίσως καμία. Συχνά καθοδηγούμε, αλλά δεν μιλάμε. Όταν σε είδαμε να πηγαίνεις στους δακτυλίους, κάθε φορά έλεγες πρώτη εσύ ότι θα πας, πρώτη εσύ απαιτούσες το δικαίωμα, αν και δεν έχεις το αίμα. Ήδη υπάρχουν αλλαγές απ' αυτό που είδαμε. Ποιος μπορεί να πει τι είναι;»

«Και τι είδατε αν δεν πάω;»

Το ρυτίδιασμένο πρόσωπο της Μπάιρ ήταν ανέκφραστο, όμως τα αχνογάλανα μάτια της έδειχναν συμπόνια. «Ήδη σου είπαμε πολλά, Μουαραίν. Αυτό που βλέπει η ονειροβάτισσα είναι αυτό που είναι πιθανό να συμβεί, όχι αυτό που σίγουρα θα συμβεί. Όσοι προχωρούν με πολλές γνώσεις για το μέλλον αναπόφευκτα συναντούν τον όλεθρο, είτε επειδή επαναπαύονται σ' αυτό που νομίζουν ότι μέλλεται να έρθει, είτε από τις απόπειρες τους να το αλλάξουν».

«Το έλεος των δακτυλίων είναι ότι οι μνήμες ξεθωριάζουν», είπε η Άμυς. «Βγαίνοντας ξέρεις μερικά πράγματα —λίγα― που θα συμβούν· τα άλλα δεν τα αναγνωρίζεις, παρά μόνο όταν θα χρειαστεί να πάρεις την απόφαση, και ίσως ούτε και τότε. Η ζωή είναι αβεβαιότητα και μόχθος, επιλογή και αλλαγή· αν ήξερε κανείς πώς ακριβώς είναι η ζωή του υφασμένη στο Σχήμα, με τη βεβαιότητα που ξέρει πώς είναι το νήμα στο χαλί, θα είχε τη ζωή ενός ζώου. Αν δεν τρελαινόταν. Η ανθρωπότητα είναι φτιαγμένη για αβεβαιότητα, μόχθο, επιλογή και αλλαγή».

Η Μουαραίν άκουγε χωρίς να δείχνει σημεία αδημονίας, αν και η Εγκουέν υποψιαζόταν ότι αυτό ένιωθε· η Άες Σεντάι συνήθιζε να κάνει κήρυγμα, όχι να της κάνουν. Έμεινε σιωπηλή, ενώ η Εγκουέν τη βοηθούσε να βγάλει το φόρεμα, και δεν μίλησε παρά μόνο όταν βρέθηκε μισοσκυμμένη και γυμνή στην άκρη των χαλιών, κοιτάζοντας πέρα από τη βουνοπλαγιά, προς την ομιχλοσκέπαστη πόλη στην κοιλάδα. «Μην αφήσετε τον Λαν να με ακολουθήσει. Αν με δει, θα το προσπαθήσει», είπε τότε.

«Όπως γίνει, θα γίνει», αποκρίθηκε η Μπάιρ. Η ψιλή φωνή της ήχησε παγερή, οριστική.

Ύστερα από μια στιγμή, η Μουαραίν ένευσε σκυθρωπά και βγήκε από τη σκηνή στο λιοπύρι. Αμέσως άρχισε να τρέχει ξυπόλητη στην πλαγιά που έκαιγε.

Η Εγκουέν έκανε μια γκριμάτσα. Ο Ραντ και ο Ματ, η Αβιέντα, τώρα η Μουαραίν, όλοι πήγαιναν στο Ρουίντιαν. «Θα... θα επιζήσει; Αφού το ονειρευτήκατε, πρέπει να ξέρετε».

«Υπάρχουν κάποια μέρη στον Τελ'αράν'ριοντ που δεν μπορείς να μπεις», είπε η Σεάνα. «Το Ρουίντιαν. Τα στέντιγκ. Μερικά ακόμη. Αυτό που συμβαίνει εκεί προστατεύεται από τα όνειρα των ονειροβατισσών».

Δεν ήταν απάντηση αυτό —μπορεί να είχαν δει αν έβγαινε από το Ρουίντιαν― αλλά προφανώς δεν θα της έλεγαν περισσότερα. «Πολύ καλά. Μήπως πρέπει να πάω κι εγώ;» Δεν της άρεσε η σκέψη της εμπειρίας των δακτυλίων· θα ήταν σαν τη δοκιμασία για να γίνει Αποδεχθείσα. Αλλά αν πήγαινε όλος ο κόσμος...

«Μην είσαι χαζή», είπε ζωηρά η Άμυς.

«Δεν είδαμε τίποτα τέτοιο για σένα», πρόσθεσε με πιο ήπιο τόνο η Μπάιρ. «Δεν σε είδαμε καθόλου».

«Και δεν θα έλεγα ναι, αν ρωτούσες», συνέχισε η Άμυς. «Χρειάζονται τέσσερις για να δοθεί η άδεια και θα έλεγα όχι. Είσαι εδώ για να μάθεις να ονειροβατείς».

«Σ' αυτή την περίπτωση», είπε η Εγκουέν ενώ καθόταν πίσω, στο μαξιλάρι της, «διδάξτε με. Κάτι πρέπει να υπάρχει για να αρχίσουμε πριν από το βραδάκι».

Η Μελαίν την κοίταξε συνοφρυωμένη, η Μπάιρ όμως χασκογέλασε ξερά. «Είναι ενθουσιασμένη και ανυπόμονη, όπως ήσουν κι εσύ όταν αποφάσισες να μάθεις, Αμυς»

Η Άμυς ένευσε. «Ελπίζω να κρατήσει τον ενθουσιασμό και να παρατήσει την ανυπομονησία, για το δικό της καλό. Άκουσέ με, Εγκουέν. Αν και θα είναι δύσκολο, πρέπει να ξεχάσεις ότι είσαι Άες Σεντάι, αν θες να μάθεις. Πρέπει να ακούς, να θυμάσαι και να κάνεις ό,τι σου λένε. Πάνω απ’ όλα, δεν πρέπει να ξαναμπείς στον Τελ'αράν'ριοντ, παρά μόνο όταν μια από μας σου πει ότι μπορείς. Θα το δεχτείς αυτό;»