Выбрать главу

Δεν θα ήταν δύσκολο να ξεχάσει ότι ήταν Άες Σεντάι, εφόσον δεν ήταν. Όσο για τα υπόλοιπα, το δυσοίωνο μήνυμα ήταν ότι έμοιαζε να ξαναγίνεται μαθητευόμενη. «Θα το δεχτώ», είπε, ελπίζοντας να μη φαινόταν αμφιβολία στη φωνή της.

«Ωραία», είπε η Μπάιρ. «Τώρα θα σου μιλήσω γενικά για την ονειροβασία και τον Τελ'αράν'ριοντ. Όταν τελειώσω, θα μου επαναλάβεις αυτά που σου είπα. Αν δεν μπορέσεις να αναφέρεις όλα τα σημεία, απόψε θα πλύνεις εσύ τις κατσαρόλες στη θέση των γκαϊ'σάιν. Αν μνήμη σου είναι τόσο κακή που να μην μπορείς να επαναλάβεις αυτά που θα σου πω, αφού θα τα έχεις ακούσει και δεύτερη φορά... Ε, θα συζητήσουμε γι' αυτό όταν γίνει. Πρόσεξε.

»Σχεδόν όλοι μπορούν να αγγίξουν τον Τελ'αράν'ριοντ, λίγοι όμως να μπουν εκεί στ' αλήθεια. Απ' όλες τις Σοφές, μόνο εμείς οι τέσσερις μπορούμε να ονειροβατήσουμε και ο Πύργος σου έχει πεντακόσια χρόνια να βγάλει ονειροβάτισσα. Δεν έχει σχέση αυτό με τη Μία Δύναμη, αν και οι Άες Σεντάι αυτό πιστεύουν. Δεν μπορώ να διαβιβάσω, ούτε και η Σεάνα μπορεί, όμως ονειροβατούμε εξίσου καλά με την Άμυς και τη Μελαίν. Πολλοί ακουμπούν τον Κόσμο των Ονείρων στον ύπνο τους. Επειδή απλώς τον ακουμπούν, ξυπνάνε με πόνους ή μουδιάσματα, ενώ θα έπρεπε να έχουν σπασμένα κόκαλα ή θανατηφόρες πληγές. Η ονειροβάτισσα μπαίνει πλήρως στο όνειρο, επομένως τα τραύματά της είναι αληθινά όταν ξυπνάει. Για κάποια που είναι ολόκληρη στο όνειρο, είτε ονειροβάτισσα είτε όχι, ο θάνατος εκεί είναι θάνατος κι εδώ. Όταν μπεις υπερβολικά στο όνειρο, όμως, χάνεις επαφή με τη σάρκα· δεν υπάρχει γυρισμός και η σάρκα πεθαίνει. Λέγεται ότι κάποτε υπήρχαν εκείνες που μπορούσαν να μπουν με τη σάρκα στο όνειρο και να μην είναι πια καθόλου σ' αυτό τον κόσμο. Ήταν κάτι μοχθηρό, επειδή έκαναν κακό· δεν πρέπει να το δοκιμάσεις ποτέ, ακόμα κι αν πιστεύεις ότι εσύ μπορείς να το κάνεις, διότι κάθε φορά θα χάνεις κάτι απ' αυτό που σε κάνει άνθρωπο. Πρέπει να μάθεις να μπαίνεις στον Τελ'αράν'ριοντ όποτε επιθυμείς, στο βαθμό που επιθυμείς. Πρέπει να μάθεις να βρίσκεις αυτό που θέλεις να βρεις και να διαβάζεις αυτά που βλέπεις, να μπαίνεις στα όνειρα κάποιου που είναι κοντά σου για να βοηθήσεις τη θεραπεία του, να αναγνωρίζεις αυτούς που είναι αρκετά έντονα στο όνειρο ώστε να σε βλάψουν, να...»

Η Εγκουέν άκουγε με προσήλωση. Τη συνάρπαζαν όλα αυτά, μιας κι υπονοούσαν πράγματα που ποτέ δεν υποψιαζόταν ότι ήταν δυνατό να γίνουν, αλλά εκτός αυτού, δεν είχε διάθεση να πλένει κατσαρόλες. Πάντως δεν φαινόταν δίκαιο. Ό,τι κι αν αντιμετώπιζαν ο Ραντ, ο Ματ και οι άλλοι στο Ρουίντιαν, δεν θα τους ανάγκαζε κανείς να πλένουν κατσαρολικά. Κι εγώ συμφώνησα να το κάνω! Δεν ήταν δίκαιο. Αλλά βέβαια μάλλον δεν θα μάθαιναν στο Ρουίντιαν όσα θα μάθαινε η ίδια από αυτές τις γυναίκες.

24

Ρουίντιαν

Το λείο βότσαλο στο στόμα του Ματ δεν τον βοηθούσε πια να βγάλει σάλιο εδώ και αρκετή ώρα. Το έφτυσε και γονάτισε δίπλα στον Ραντ για να κοιτάξει τον πλατύ, γκρίζο τοίχο περίπου τριάντα βήματα πιο μπροστά τους. Την ομίχλη. Έλπιζε ότι τουλάχιστον εκεί μέσα θα είχε περισσότερη δροσιά. Και θα ήταν ευχάριστο αν υπήρχε λίγο νεράκι. Τα χείλη του είχαν σκάσει. Έβγαλε το μαντίλι που είχε δεμένο γύρω από το κεφάλι του και σκούπισε το πρόσωπό του, αλλά δεν υπήρχε αρκετός ιδρώτας για να βρέξει το ύφασμα. Δεν του είχε απομείνει πολύς ιδρώτας για να βγάλει. Ήθελε ένα μέρος για να κάτσει. Ένιωθε τα πόδια του σαν ψημένα λουκάνικα μέσα στις μπότες· ένιωθε ολόκληρος σαν ψητό. Η ομίχλη απλωνόταν δεξιά κι αριστερά του σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός μιλίου και ορθωνόταν πάνω από το κεφάλι του σαν ψηλός γκρεμός. Ένας γκρεμός από πυκνή ομίχλη, μέσα σε μια κατάξερη, πυρωμένη έρημο. Σίγουρα θα είχε νερό εκεί μέσα.

Γιατί δεν την καίει; Αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Τα παιχνιδάκια με τη Δύναμη ήταν αυτό που τον είχε φέρει εδώ και τώρα φαινόταν ότι εκείνα τα παιχνιδάκια θα συνεχίζονταν. Φως μου, θέλω να ελευθερωθώ από τη Δύναμη και τις Άες Σεντάι. Που να καώ, στ αλήθεια το θέλω! Θα έδινε τα πάντα ώστε να μη σκέφτεται, έστω και για ένα λεπτό ακόμα, ότι θα έπρεπε να μπει σε εκείνη την ομίχλη. «Αυτή που είδα να τρέχει ήταν όντως η φίλη της Εγκουέν», έκρωξε. Η κοπέλα έτρεχε! Σε τέτοια κάψα. Και μόνο που το σκεφτόταν, ένιωθε να δυναμώνει ο πόνος στα πόδια του. «Η πώς τη λένε. Η Αβιέντα».

«Αφού το λες εσύ», είπε ο Ραντ μελετώντας την ομίχλη. Μιλούσε σαν να είχε μια μπουκιά σκόνη στο στόμα, ενώ το πρόσωπό του ήταν καμένο από τον ήλιο και το σώμα του ταλαντευόταν όπως γονάτιζε. «Μα τι δουλειά θα είχε εδώ κάτω; Και μάλιστα γυμνή;»