Ο Ματ εγκατέλειψε την προσπάθεια. Ο Ραντ δεν την είχε δει —από τη στιγμή που είχαν αρχίσει να κατηφορίζουν το βουνό, σχεδόν δεν είχε ξεκολλήσει το βλέμμα από την ομίχλη που αναδευόταν― και δεν πίστευε ότι την είχε δει ο Ματ. Του Ματ του είχε φανεί ότι η κοπέλα κατευθυνόταν προς αυτή την παράξενη ομίχλη. Ούτε κι ο Ραντ έδειχνε να ανυπομονεί να μπει στην ομίχλη. Ο Ματ αναρωτήθηκε αν κι ο ίδιος έδειχνε να είναι σε τόσο άσχημη κατάσταση όσο ο Ραντ. Αγγιξε το μάγουλο του και τινάχτηκε από τον πόνο. Μάλλον ναι.
«Όλη τη νύχτα θα μείνουμε εδώ; Αυτή η κοιλάδα είναι αρκετά βαθιά. Σε μια-δυο ώρες θα σκοτεινιάσει. Μπορεί να είναι πιο δροσερά τότε, αλλά δεν θα ήθελα να συναντήσω τους νυχτερινούς διαβάτες αυτού του μέρους. Μάλλον θα υπάρχουν λιοντάρια. Έχω ακούσει ότι έχει λιοντάρια στην Ερημιά».
«Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να το κάνεις αυτό, Ματ; Ακουσες τι είπαν οι Σοφές. Μπορεί να πεθάνεις εκεί, ή να τρελαθείς. Μπορείς να επιστρέψεις στις σκηνές. Αφησες φιάλες με νερό και ένα φλασκί στη σέλα του Πιπς».
Μακάρι να μην του το είχε θυμίσει ο Ραντ. Ήταν καλύτερα να μη σκέφτεσαι το νερό. «Που να καώ, όχι. Δεν θέλω. Αλλά πρέπει. Κι εσύ; Δεν σου φτάνει που είσαι ο καμένος ο Αναγεννημένος Δράκοντας; Πρέπει να γίνεις και αρχηγός φατρίας Αελιτών; Τι ζητάς εδώ;»
«Έπρεπε να έρθω, Ματ. Έπρεπε». Φαινόταν καθαρά μια αίσθηση καρτερικότητας στην ξεραμένη φωνή του, αλλά και κάτι άλλο. Μια νότα ενθουσιασμού. Ο άνθρωπος σίγουρα είχε τρελαθεί· ήθελε να το κάνει.
«Ραντ, μπορεί αυτή να είναι η απάντηση που δίνουν σε όλους. Εννοώ εκείνοι οι φιδάνθρωποι. Τρέχα στο Ρουίντιαν, λέει. Μπορεί να μη χρειαζόταν να έρθουμε εδώ». Δεν το πίστευε, αλλά τώρα που ήταν πρόσωπο με πρόσωπο με την ομίχλη...
Ο Ραντ γύρισε το κεφάλι και τον κοίταξε χωρίς να μιλάει. «Σε μένα δεν ανέφεραν καθόλου το Ρουίντιαν, Ματ», είπε στο τέλος.
«Ωχ, κάψε με τώρα», μουρμούρισε. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, ήθελε να βρει το δρόμο της επιστροφής μέσα από εκείνη τη στρεβλή πόρτα στο Δάκρυ. Έβγαλε αφηρημένα το χρυσό μάρκο της Ταρ Βάλον από την τσέπη του σακακιού του, το έκανε να κυλήσει στις ράχες των δαχτύλων του και το ξανάβαλε μέσα. Εκείνα τα φίδια θα του έδιναν μερικές απαντήσεις ακόμα, είτε το ήθελαν, είτε όχι. Με κάποιον τρόπο.
Δίχως άλλη κουβέντα, ο Ραντ σηκώθηκε και ξεκίνησε για την ομίχλη με ασταθή βήματα, έχοντας το βλέμμα στυλωμένο μπροστά. Ο Ματ έτρεξε στο κατόπι του. Κάψε με. Κάψε με. Δεν θέλω να το κάνω.
Ο Ραντ χώθηκε στην πυκνή ομίχλη, όμως ο Ματ κοντοστάθηκε για μια στιγμή πριν τον ακολουθήσει. Αυτό που διατηρούσε την ομίχλη πρέπει να ήταν η Δύναμη, έτσι που η άκρη της αναδευόταν χωρίς να προχωρά ή να υποχωρεί ούτε πόντο. Η Δύναμη, που να πάρει, και δεν υπήρχε επιλογή. Το πρώτο βήμα τον έκανε να νιώσει μια θεσπέσια ανακούφιση, δροσιά, υγρασία· άνοιξε το στόμα για να βρέξει η ομίχλη τη γλώσσα του. Τρία βήματα ακόμα και τον έπιασε ανησυχία. Πέρα από την άκρη της μύτης του υπήρχε μόνο μια ομοιόμορφη αντάρα. Δεν διέκρινε ούτε καν μια σκιά στην οποία θα μπορούσε να είναι ο Ραντ.
«Ραντ;» Δεν θα άλλαζε τίποτα αν η λέξη δεν είχε βγει από τα χείλη του· η καταχνιά την κατάπιε πριν φτάσει στα αφτιά του. Δεν ήξερε καν ποια κατεύθυνση ακολουθούσε τώρα, ενώ ανέκαθεν είχε καλό προσανατολισμό. Τα πάντα μπορεί να βρίσκονταν μπροστά του. Ή κάτω από τα πόδια του. Δεν έβλεπε τα πόδια του· η ομίχλη τον κουκούλωνε τελείως κάτω από τη μέση του. Πάντως τάχυνε το βήμα. Και ξαφνικά βγήκε έξω, κοντά στον Ραντ, σ' ένα αλλόκοτο φως δίχως σκιές.
Η ομίχλη σχημάτιζε έναν πελώριο, κούφιο θόλο που έκρυβε τον ουρανό, ενώ η κινούμενη, εσωτερική επιφάνειά της έλαμπε αχνογάλανη. Το Ρουίντιαν δεν ήταν μεγάλο σαν το Δάκρυ ή το Κάεμλυν, όμως οι άδειοι δρόμοι ήταν από τους φαρδύτερους που είχε δει ποτέ ο Ματ και είχαν πλατιές, χωμάτινες λωρίδες στο κέντρο, λες και φύτρωναν κάποτε δέντρα εκεί, καθώς και μεγάλα σιντριβάνια με αγάλματα. Πελώρια κτίρια έστεκαν πλάι στους δρόμους, παράξενα, επίπεδα στην κορυφή παλάτια από μάρμαρο, κρύσταλλο και επεξεργασμένο γυαλί, που ορθώνονταν σε ύψος εκατοντάδων βημάτων, άλλα βαθμιδωτά, άλλα σαν απόκρημνες πλαγιές. Πουθενά δεν έβλεπες μικρά κτίρια, τίποτα που θα μπορούσε να είναι απλό καπηλειό, πανδοχείο ή στάβλος. Μονάχα πελώρια παλάτια, με αστραφτερές κόκκινες, λευκές ή γαλάζιες κολώνες, πλάτους δεκαπέντε μέτρων και ύψους εκατό βημάτων, καθώς και λαμπροί πύργοι, με σπείρες ή αυλακώσεις, που μερικοί τρυπούσαν τα λαμπερά σύννεφα από πάνω.
Παρά το μεγαλείο της, η πόλη είχε μείνει μισοτελειωμένη. Πολλές απ' αυτές τις πελώριες κατασκευές κατέληγαν σε ανώμαλες, οδοντωτές απολήξεις, εκεί που είχαν σταματήσει οι εργασίες. Πολύχρωμα γυαλιά σχημάτιζαν εικόνες σε κάποια πελώρια παράθυρα, που έδειχναν γαλήνιους, μεγαλοπρεπείς άντρες και γυναίκες ύψους δέκα μέτρων ή και παραπάνω, ανατολές και έναστρους ουρανούς· άλλα παράθυρα έχασκαν άδεια, ημιτελή και εγκαταλειμμένα εδώ και πολύ καιρό. Πουθενά στα σιντριβάνια δεν ακουγόταν νερό να παφλάζει. Η σιωπή σκέπαζε την πόλη τελείως, όσο και ο θόλος της ομίχλης. Ο αέρας ήταν πιο δροσερός απ' ό,τι έξω, μα εξίσου ξηρός. Η σκόνη τριβόταν κάτω από τις μπότες τους στις ανοιχτόχρωμες, λείες πλάκες.