Ο Ματ έτρεξε στο κοντινότερο σιντριβάνι, για την περίπτωση που έβρισκε κάτι, και έγειρε στο πεζούλι, που του έφτανε ως τη μέση. Τρεις ξεντυμένες γυναίκες, που είχαν διπλάσιο ύψος απ' αυτόν και κρατούσαν πάνω από τα κεφάλια τους ένα μεγάλο ψάρι με ορθάνοιχτο το στόμα, χαμήλωναν το βλέμμα στην πλατιά, σκονισμένη δεξαμενή, που δεν ήταν πιο ξερή από το στόμα του.
«Φυσικά», είπε πίσω του ο Ραντ. «Πώς δεν το σκέφτηκα πιο πριν;»
Ο Ματ κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Τι δεν σκέφτηκες;» Ο Ραντ κοίταζε το σιντριβάνι και τον τράνταζε ένα σιωπηλό γέλιο. «Συγκρατήσου, Ραντ. Δεν τρελάθηκες έτσι στα ξαφνικά. Τι είναι αυτό που δεν σκέφτηκες;»
Ένα κούφιο κελάρυσμα έκανε το βλέμμα του Ματ να στραφεί αμέσως ξανά στο σιντριβάνι. Ξαφνικά, από το στόμα του ψαριού χύθηκε νερό, ένα ρυάκι χοντρό σαν το μηρό του. Ο Ματ χώθηκε στη δεξαμενή του σιντριβανιού και έτρεξε για να σταθεί κάτω από το νερό που κυλούσε, με το κεφάλι γερμένο πίσω και το στόμα ανοιχτό. Ήταν ένα δροσερό, γλυκό νερό, τόσο κρύο που τον έκανε να ριγήσει, γλυκύτερο από κρασί. Του μούσκεψε τα μαλλιά, το σακάκι, το παντελόνι. Ήπιε ώσπου του φάνηκε ότι θα πνιγόταν και τελικά απομακρύνθηκε τρεκλίζοντας και έγειρε στο πέτρινο πόδι μιας γυναίκας.
Ο Ραντ ακόμα στεκόταν εκεί και χάζευε το σιντριβάνι, με το πρόσωπο κόκκινο και τα χείλη σκασμένα, γελώντας μαλακά. «Είπαν όχι νερό, Ματ. Είπαν ότι δεν μπορούμε να φέρουμε νερό, αλλά δεν είπαν τίποτα για ό,τι ήδη υπάρχει εδώ».
«Ραντ; Δεν θα πιεις;»
Ο Ραντ τινάχτηκε και μετά μπήκε στη δεξαμενή, που ήταν γεμάτη ως τον αστράγαλο του. Πλατσουρίζοντας, πήγε και στάθηκε εκεί που ήταν πριν ο Ματ και άρχισε να πίνει με τον ίδιο τρόπο, με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπο γυρισμένο προς τα πάνω για να πέφτει πάνω του το νερό.
Ο Ματ τον κοίταζε ανήσυχα. Δεν ήταν τρελός, όχι ακριβώς· όχι ακόμα. Αλλά αν δεν του είχε μιλήσει, άραγε πόση ώρα θα στεκόταν ο Ραντ εκεί γελώντας, ενώ η δίψα του θα πέτρωνε το λαρύγγι; Ο Ματ τον άφησε εκεί και βγήκε από το σιντριβάνι. Το νερό, που του είχε μουσκέψει τα ρούχα, είχε κυλήσει και μέσα στις μπότες του, Αγνόησε το πλατσούρισμα που ένιωθε με κάθε βήμα· αν έβγαζε τις μπότες του, δεν ήξερε αν μετά θα μπορούσε να τις ξαναβάλει. Επίσης, ήταν ωραία η αίσθηση.
Κοιτάζοντας την πόλη, αναρωτήθηκε τι γύρευε εκεί. Οι άνθρωποι αυτοί του είχαν πει ότι θα πέθαινε αν δεν είχε έρθει, αλλά αρκούσε το ότι ήταν στο Ρουίντιαν; Πρέπει να κάνω κάτι; Τι;
Οι άδειοι δρόμοι και τα μισοτελειωμένα παλάτια δεν έκαναν σκιά κάτω από το χλωμό φως. Ένιωσε κάτι να τον τρώει ανάμεσα στις ωμοπλάτες του. Τα τόσα άδεια παράθυρα που τον κοίταζαν, τα ξεδοντιασμένα χάσματα των παρατημένων κατασκευών. Τα πάντα μπορεί να κρύβονταν σ' ένα τέτοιο μέρος, τα πάντα... Τα πάντα, που να πάρει. Ευχήθηκε να είχε μαζί τουλάχιστον τα μαχαίρια στις μπότες του. Μα εκείνες οι γυναίκες, οι Σοφές, τον κοίταζαν σαν να ήξεραν ότι δεν τα είχε φανερώσει. Και είχαν διαβιβάσει, μια απ' αυτές ή όλες τους. Αν τις έκανες να σε πάρουν από κακό μάτι, αυτές τις γυναίκες που μπορούσαν να διαβιβάζουν, δεν θα ήταν καθόλου συνετό. Που να καώ, αν γλίτωνα από τις Άες Σεντάι, ποτέ πια δεν θα ζητούσα το παραμικρό. Για αρκετό καιρό. Φως μου, αναρωτιέμαι αν κρύβεται τίποτα εκεί μέσα.
«Η καρδιά πρέπει να είναι από κει, Ματ». Ο Ραντ έβγαινε από το σιντριβάνι, στάζοντας ολόκληρος.
«Η καρδιά;»
«Οι Σοφές είπαν ότι πρέπει να πάω στην καρδιά. Αυτό μάλλον σημαίνει το κέντρο της πόλης». Ο Ραντ κοίταξε το σιντριβάνι και ξαφνικά το ποταμάκι λιγόστεψε, μετά έγινε ρυάκι και στο τέλος σταμάτησε. «Υπάρχει ένας ωκεανός από γλυκό νερό εκεί κάτω. Βαθιά. Τόσο βαθιά που παραλίγο να μην το βρω. Αν μπορούσα να το ανεβάσω... Πάντως δεν χρειάζεται να το σπαταλάμε. Μπορούμε να πιούμε ξανά φεύγοντας».
Ο Ματ σάλεψε τα πόδια αμήχανα. Βλάκα! Από πού νόμιζες ότι ήρθε το νερό; Και βέβαια ο Ραντ διαβίβασε. Νόμιζες ότι άρχισε να κυλά έτσι απλά, ύστερα από το Φως μόνο ξέρει πόσα χρόνια; «Το κέντρο της πόλης. Φυσικά. Οδήγα».
Προχώρησαν, μένοντας στο κέντρο του μεγάλου δρόμου, πλάι στις γυμνές, χωμάτινες λωρίδες, περνώντας κι άλλα σιντριβάνια, που μερικά είχαν μόνο την πέτρινη δεξαμενή και μια μαρμάρινη βάση, χωρίς αγάλματα. Τίποτα στην πόλη δεν ήταν σπασμένο, όλα ήταν απλώς... μισοτελειωμένα. Τα παλάτια πρόβαλλαν δεξιά κι αριστερά σαν γκρεμοί. Σίγουρα θα υπήρχαν διάφορα πράγματα μέσα. Μπορεί να είχαν έπιπλα, αν δεν είχαν σαπίσει. Χρυσάφι ίσως. Μαχαίρια. Τα μαχαίρια δεν θα σκούριαζαν σ' αυτό τον ξερό αέρα, όσο καιρό κι αν βρίσκονταν εκεί.