Выбрать главу

Πού ξέρεις αν δεν έχει και κανέναν καμένο Μυρντράαλ εκεί μέσα; Φως μου, τι ήθελα και σκέφτηκα τέτοιο πράγμα; Μακάρι να είχε σκεφτεί να φέρει μια πολεμική ράβδο μαζί του φεύγοντας από την Πέτρα. Ίσως να είχε πείσει τις Σοφές ότι ήταν ραβδί για πεζοπορία. Άδικα το σκεφτόταν τώρα. Τώρα θα αρκούσε να βρει ένα δέντρο, αν είχε τρόπο να κόψει κλαρί και να το πελεκήσει. Και πάλι η λέξη «αν». Αναρωτήθηκε αν αυτός που είχε φτιάξει την πόλη είχε καταφέρει να κάνει δέντρα να φυτρώσουν. Είχε δουλέψει πολύ καιρό στο αγρόκτημα του πατέρα του και ήξερε πότε το χώμα ήταν καλό. Το χώμα σ' αυτές τις μακριές λωρίδες ήταν ασθενικό, δεν θα μπορούσε να φυτρώσει τίποτα, εκτός από αγριόχορτα και μάλιστα όχι πολλά. Κι εδώ πέρα ούτε καν αυτά.

Αφού περπάτησαν ένα μίλι, ο δρόμος μπροστά ξαφνικά κατέληξε σε μια μεγάλη πλατεία, που είχε πλάτος όσο η απόσταση που είχαν περπατήσει, την οποία κύκλωναν εκείνα τα παλάτια που ήταν όλο μάρμαρο και κρύσταλλο. Κάτι τους κατέπληξε εκεί ― ένα δέντρο στην πελώρια πλατεία, ύψους τριάντα μέτρων, το οποίο άπλωνε τα χοντρά, γεμάτα φύλλα κλαριά του πάνω από τις σκονισμένες, άσπρες πλάκες· βρισκόταν κοντά σε διαυγείς, λαμπερές, γυάλινες κολώνες που σχημάτιζαν ομόκεντρους δακτυλίους, ψιλές σαν βελόνες, αν σύγκρινες το πλάτος με το ύψος τους, όπως ήταν και το δέντρο. Θα αναρωτιόταν πώς γινόταν να φυτρώνει ένα δέντρο εδώ, χωρίς το φως του ήλιου, αν δεν είχε απορροφηθεί κοιτάζοντας το εκπληκτικό συνονθύλευμα που γέμιζε την υπόλοιπη πλατεία.

Από κάθε δρόμο που έβλεπε ο Ματ, μια άδεια λωρίδα κατέληγε στους δακτυλίους που σχημάτιζαν οι κολώνες. Στους χώρους ανάμεσά τους, όμως, στέκονταν αγάλματα, σε φυσικό μέγεθος ή μέχρι το μισό αυτού, από πέτρα, κρύσταλλο ή μέταλλο, τοποθετημένα στο οδόστρωμα. Τα πράγματα εκεί μέσα ήταν... Στην αρχή δεν ήξερε πώς να τα ονομάσει. Ένας επίπεδος, ασημένιος δακτύλιος, πλάτους τριών μέτρων, λεπτός σαν λεπίδα. Ένα μυτερό, κρυστάλλινο βάθρο, που θα μπορούσε να στηρίζει ένα από τα μικρότερα αγάλματα. Μια αστραφτερή, μαύρη, μεταλλική σπείρα, στενή σαν δόρυ και αντίστοιχου μήκους, που όμως στεκόταν όρθια, σαν να ήταν ριζωμένη στη γη. Εκατοντάδες πράγματα, ίσως χιλιάδες, σε κάθε σχήμα που μπορούσε να φανταστεί κανείς, σε κάθε υλικό, τα οποία γέμιζαν την πελώρια πλατεία, αφήνοντας απόσταση το πολύ δέκα ποδιών ανάμεσά τους.

Εκείνη η μαύρη, μεταλλική σπείρα, που στεκόταν όρθια τόσο αφύσικα, του αποκάλυψε ξαφνικά τι πρέπει να ήταν όλα αυτά. Τερ'ανγκριάλ. Ή, εν πάση περιπτώσει, κάποια αντικείμενα που είχαν να κάνουν με τη Δύναμη. Για κάποια απ' αυτά ήταν βέβαιο. Όπως εκείνη η στρεβλή, πέτρινη πόρτα στη Μεγάλη Συλλογή του Δακρύου, που επίσης δεν έλεγε να πέσει κάτω.

Του ήρθε να στρίψει επιτόπου και να γυρίσει πίσω, αλλά ο Ραντ προχώρησε, χωρίς σχεδόν να κοιτάζει αυτά που γέμιζαν το δρόμο του. Κάποια στιγμή ο Ραντ κοντοστάθηκε και κοίταξε δύο μορφές που δεν έμοιαζε να τους αξίζει μια θέση ανάμεσα στα άλλα αντικείμενα. Δύο αγαλματάκια ύψους περίπου τριάντα πόντων, ένας άντρας και μια γυναίκα, που κρατούσαν ο καθένας ψηλά με το ένα χέρι μια κρυστάλλινη σφαίρα. Έσκυψε, σαν να ήθελε να τα αγγίξει, αλλά ορθώθηκε τόσο γρήγορα, που όλο αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί μόνο στη φαντασία του Ματ.

Ύστερα από ένα λεπτό ο Ματ έτρεξε για να τον προφτάσει. Όσο πλησίαζαν τους σπινθηροβόλους δακτυλίους από κολώνες, τόσο μεγαλύτερη ένταση ένιωθε. Όλα αυτά τα πράγματα γύρω του είχαν να κάνουν με τη Δύναμη, το ίδιο και οι κολώνες. Το ήξερε. Αυτές οι απίστευτα ψηλές στήλες λαμπύριζαν στο γαλαζωπό φως, τυφλώνοντάς τον. Είπαν μόνο ότι πρέπει να έρθω εδώ. Να 'μαι, λοιπόν. Δεν είπαν τίποτα για τη Δύναμη.

Ο Ραντ σταμάτησε τόσο ξαφνικά, που ο Ματ έκανε άλλα τρία βήματα προς τις κολώνες μέχρι να το καταλάβει. Είδε ότι ο Ραντ ατένιζε το δέντρο. Το δέντρο. Ο Ματ ένιωσε να το πλησιάζει, σαν να τον τραβούσε. Κανένα δέντρο δεν είχε αυτά τα τριμερή φύλλα. Κανένα δέντρο, εκτός από ένα· ένα δέντρο από τους θρύλους.

«Το Αβεντεσόρα», είπε μαλακά ο Ραντ. «Το Δέντρο της Ζωής. Είναι εδώ».

Κάτω από τα απλωμένα κλωνιά, ο Ματ πήδηξε για να πιάσει ένα φύλλο· τα τεντωμένα δάχτυλά του ήθελαν άλλο λίγο για να φτάσουν το χαμηλότερο. Αρκέστηκε να προχωρήσει ακόμα πιο βαθιά σε εκείνη τη φυλλωσιά, που σχημάτιζε μια στέγη πάνω του, και έγειρε να ακουμπήσει την πλάτη στο χοντρό κορμό. Ύστερα από μια στιγμή άφησε το σώμα του να γλιστρήσει και κάθισε κάτω. Τα παλιά παραμύθια ήταν αληθινά. Ένιωθε... Ικανοποίηση. Γαλήνη. Ευεξία. Ακόμα και τα πόδια του δεν τον πονούσαν τόσο.