Ο Ραντ κάθισε σταυροπόδι παραδίπλα. «Τώρα μπορώ να πιστέψω τις ιστορίες. Θυμάμαι μια ιστορία για τον Γκέταμ, που κάθισε σαράντα χρόνια κάτω από το Αβεντεσόρα για να βρει τη σοφία. Αυτή τη στιγμή τις πιστεύω».
Ο Ματ ακούμπησε το κεφάλι πίσω, στον κορμό. «Δεν ξέρω, όμως, αν θα εμπιστευόμουν τα πουλιά να μου φέρουν τροφή. Κάποια στιγμή θα πρέπει να σηκωθείς». Μα δεν θα ήταν άσχημο να καθόμασταν καμιά ωρίτσα. Ακόμα και όλη μέρα. «Δεν είναι λογικό, πάντως. Τι είδους τροφή μπορεί να φέρουν τα πουλιά εδώ; Ποια πουλιά;»
«Μπορεί το Ρουίντιαν να μην ήταν πάντοτε έτσι, Ματ. Μπορεί... Δεν ξέρω. Μπορεί το Αβεντεσόρα τότε να ήταν κάτι άλλο».
«Κάτι άλλο», μουρμούρισε ο Ματ. «Δεν θα με πείραζε αν ήμουν κάπου αλλού». Όμως... νιώθω... ωραία.
«Κάπου αλλού;» Ο Ραντ έστριψε για να δει τις ψηλές λεπτές κολώνες, που άστραφταν κοντά του. «Το καθήκον είναι βαρύτερο από βουνό», είπε αναστενάζοντας.
Ήταν ένα ρητό που είχε μάθει στις Μεθόριους. «Ο θάνατος είναι ελαφρύτερος από πούπουλο, το καθήκον βαρύτερο από βουνό». Του Ματ του φάνηκε τελείως χαζό, όμως είδε τον Ραντ να σηκώνεται. Τον μιμήθηκε απρόθυμα. «Τι λες να βρούμε εκεί;»
«Νομίζω ότι από δω και πέρα πρέπει να πάω μόνος», έκανε αργά ο Ραντ.
«Τι εννοείς;» ζήτησε να μάθει ο Ματ. «Μήπως κι εγώ δεν ήρθα ως εδώ; Δεν θα το βάλω τώρα στα πόδια». Πόσο θα το ήθελα όμως!
«Δεν είναι αυτό, Ματ. Αν μπεις εκεί μέσα, είτε βγαίνεις αρχηγός φατρίας, είτε πεθαίνεις. Ή βγαίνεις τρελός. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει άλλη επιλογή. Εκτός, ίσως, αν πάνε εκεί οι Σοφές».
Ο Ματ κοντοστάθηκε. Να πεθάνεις και να ξαναζήσεις. Αυτό είχαν πει. Δεν είχε καμία πρόθεση να γίνει αρχηγός φατρίας Αελιτών όμως· οι Αελίτες σίγουρα θα τον γέμιζαν τρύπες με τα δόρατά τους. «Ας το αφήσουμε στην τύχη», είπε βγάζοντας το μάρκο της Ταρ Βάλον από την τσέπη του. «Έχει γίνει πια το τυχερό μου νόμισμα. Φλόγα, μπαίνω μαζί σου· κεφαλή, μένω έξω». Πέταξε γρήγορα το χρυσό νόμισμα, πριν φέρει αντίρρηση ο Ραντ.
Για κάποιο λόγο, δεν μπόρεσε να το πιάσει· το μάρκο τινάχτηκε από τα ακροδάχτυλά του, κουδούνισε στο οδόστρωμα, αναπήδησε δυο φορές... Και κατέληξε όρθιο.
Αγριοκοίταξε τον Ραντ, κατηγορώντας τον. «Σκόπιμα τα κάνεις αυτά τα πράγματα; Δεν τα ελέγχεις;»
«Όχι». Το νόμισμα έπεσε τελικά, δείχνοντας το πρόσωπο μιας αγέραστης γυναίκας, που το περιέβαλλαν άστρα. «Απ’ ό,τι φαίνεται, μένεις έξω, Ματ».
«Μήπως...;» Ευχήθηκε να μη διαβίβαζε ο Ραντ κοντά του. «Ωχ, κάψε με, αν θες να μείνω έξω, θα μείνω». Άρπαξε το νόμισμα και το έχωσε ξανά στην τσέπη του. «Άκουσε, μπες μέσα, κάνε ό,τι είναι να κάνεις και βγες ξανά. Θέλω να φύγω απ' αυτό το μέρος και δεν θα κάτσω εδώ με τις ώρες να βαριέμαι και να σε περιμένω. Και μη νομίζεις ότι θα έρθω να σε βρω, γι' αυτό πρόσεχε».
«Δεν θα νόμιζα κάτι τέτοιο για σένα, Ματ», είπε ο Ραντ.
Ο Ματ τον κοίταξε καχύποπτα. Γιατί χαμογελούσε; «Εντάξει, αρκεί να ξέρεις ότι δεν θα έρθω. Άντε πήγαινε να γίνεις αρχηγός των Αελιτών. Έχεις το κατάλληλο πρόσωπο».
«Μην μπεις μέσα, Ματ. Ό,τι και να συμβεί, μην μπεις». Περίμενε μέχρι που ο Ματ ένευσε και μετά γύρισε να φύγει.
Ο Ματ σηκώθηκε και τον παρακολούθησε να περπατά ανάμεσα στις λαμπερές κολώνες. Φάνηκε να χάνεται σχεδόν αμέσως μέσα στο τρεμουλιαστό φεγγοβόλημα. Παιχνίδι τον φωτός, σκέφτηκε ο Ματ. Αυτό ήταν όλο. Παιχνίδι τον φωτός.
Ξεκίνησε να κάνει το γύρο του δακτυλίου, κρατώντας αρκετή απόσταση και κοιτάζοντας μέσα, καθώς προσπαθούσε να εντοπίσει τον Ραντ. «Πρόσεχε τι κάνεις, που να σε πάρει», φώναξε. «Αν μ' αφήσεις μόνο στην Ερημιά με τη Μουαραίν και τους παλιο-Αελίτες, θα σε καρυδώσω και δεν με νοιάζει αν είσαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας!» συμπλήρωσε. «Δεν έρχομαι να σε βρω αν μπλέξεις! Μ' άκουσες;» πρόσθεσε ύστερα από ένα λεπτό. Δεν υπήρξε απάντηση. Αν δεν βγει μέσα σε μια ώρα... «Είναι τρελός και μόνο που πήγε εκεί», μουρμούρισε. «Ε, δεν θα βγάλω εγώ το κοψίδι από τη φωτιά. Αυτός είναι που ξέρει να διαβιβάζει. Αφού θέλει να μπει στη σφηκοφωλιά, ας διαβιβάσει ώστε να βγει μόνος του». Τον δίνω μια ώρα. Μετά θα έφευγε, είτε γυρνούσε ο Ραντ, είτε όχι. Θα έκανε στροφή και θα έφευγε. Έτσι απλά θα έφευγε. Αυτό έπρεπε να κάνει. Αυτό θα έκανε.
Με τον τρόπο που αυτές οι λεπτές σφήνες γυαλιού διάχεαν και καθρέφτιζαν το γαλαζωπό φως, έφτανε να κοιτάξει λίγο έντονα για να τον πιάσει πονοκέφαλος. Γύρισε από την άλλη και άρχισε να περιπλανιέται προς τα κει απ' όπου είχε έρθει, κοιτώντας ανήσυχα τα τερ'ανγκριάλ —ή ό,τι κι αν ήταν τέλος πάντων― που γέμιζαν την πλατεία. Τι έκανε εκεί; Γιατί;