Ξαφνικά σταμάτησε, κοιτώντας ένα από τα παράξενα αντικείμενα. Μια μεγάλη πόρτα από γυαλισμένη κοκκινόπετρα, η οποία ήταν στρεβλή με έναν τρόπο που έκανε το βλέμμα να γλιστρά καθώς προσπαθούσε να ακολουθήσει τις γραμμές της. Την πλησίασε αργά, προχωρώντας ανάμεσα σε λαμπερούς, πολυέδρους οβελίσκους, ψηλούς σαν τον ίδιο, και σε κοντά, χρυσά πλαίσια γεμάτα με κάτι που έμοιαζε να είναι φύλλα γυαλιού, τα οποία, όμως, σχεδόν δεν πρόσεξε, καθώς δεν τραβούσε το βλέμμα του από την πόρτα.
Ήταν η ίδια. Η ίδια γυαλισμένη κοκκινόπετρα, το ίδιο μέγεθος, οι ίδιες γωνίες, που έκαναν τα μάτια του να πονούν. Σε κάθε παραστάτη υπήρχαν τρεις σειρές από τρίγωνα, με την κορυφή προς τα κάτω. Τα είχε και η πόρτα του Δακρύου; Δεν θυμόταν· την περασμένη φορά δεν προσπαθούσε να θυμάται όλες τις λεπτομέρειες. Ήταν η ίδια· πρέπει να ήταν η ίδια. Ίσως ο Ματ να μην μπορούσε να περάσει ξανά από την άλλη πόρτα, όμως από αυτήν...; Ήταν άλλη μια ευκαιρία να ξαναβρεί εκείνους τους φιδανθρώπους, να τους βάλει να απαντήσουν και σε άλλες ερωτήσεις.
Μισόκλεισε τα μάτια εξαιτίας του λαμπυρίσματος και κοίταξε τις κολώνες. Μια ώρα, τόσο είχε δώσει στον Ραντ. Σε μια ώρα θα μπορούσε να έχει διασχίσει αυτό το πράγμα και να έχει βγει ξανά έξω, και θα του περίσσευε και χρόνος. Ίσως να μη δούλευε καν για τον Ματ, εφόσον είχε χρησιμοποιήσει το δίδυμό του. Είναι η ίδια. Από την άλλη, ίσως και να δούλευε. Απλώς σήμαινε ότι θα έμπλεκε ξανά με τη Δύναμη.
«Φως μου», μουρμούρισε. «Τα τερ'ανγκριάλ. Οι Διαβατικές Πέτρες. Το Ρουίντιαν. Άλλη μια φορά, τι σημασία έχει;»
Μπήκε στην πόρτα. Πέρασε μέσα από ένα τείχος εκτυφλωτικού, λευκού φωτός και από ένα μουγκρητό τόσο εκκωφαντικό, που μηδένιζε τον ίδιο τον ήχο.
Βλεφάρισε, κοίταξε γύρω και έπνιξε μέσα του την πιο φριχτή βλαστήμια που ήξερε. Όποιο κι αν ήταν αυτό το μέρος, δεν είχε έρθει άλλη φορά εδώ.
Η στρεβλή πόρτα στεκόταν στη μέση ενός τεράστιου θαλάμου, που έμοιαζε να έχει σχήμα άστρου, τουλάχιστον απ' όσο μπορούσε να διακρίνει κοιτώντας μέσα από ένα δάσος από πυκνές κολώνες, η καθεμιά από τις οποίες είχε οκτώ βαθιές αυλακώσεις, ενώ οι κορυφές τους ήταν κοφτερές, κίτρινες και εξέπεμπαν ένα θαμπό φως. Είχαν ένα γυαλιστερό, μαύρο χρώμα, αν εξαιρούσε κανείς τα σημεία που έλαμπαν, ξεκινούσαν από το λευκό πάτωμα και έφταναν στην πυκνή καταχνιά ψηλά πάνω, όπου ακόμα και οι κίτρινες ρίγες ξεθώριαζαν. Οι κολώνες και το πάτωμα έμοιαζαν σχεδόν σαν να ήταν από γυαλί, όμως όταν έσκυψε για να τρίψει το πάτωμα, αυτό του έδωσε την αίσθηση πέτρας. Σκονισμένης πέτρας. Σκούπισε το χέρι στο σακάκι του. Ο αέρας μύριζε κλεισούρα και τα μόνα σημάδια στη σκόνη ήταν οι πατημασιές του. Είχε πολύ καιρό να έρθει κάποιος εδώ.
Απογοητευμένος, γύρισε προς το τερ'ανγκριάλ.
«Πολύ καιρό».
Ο Ματ ξαναγύρισε, πιάνοντας το μανίκι του για να αρπάξει εκείνο το μαχαίρι, που τώρα βρισκόταν πίσω, στη βουνοπλαγιά. Ο άντρας που στεκόταν ανάμεσα στις κολώνες δεν έμοιαζε καθόλου με τους φιδίσιους. Βλέποντάς τον, ο Ματ μετάνιωσε που είχε δώσει τις τελευταίες λεπίδες στις Σοφές.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ψηλός, ψηλότερος από Αελίτη, νευρώδης, με ώμους πολύ μεγάλους για τη στενή του μέση και με δέρμα λευκό σαν το καλύτερο χαρτί. Ανοιχτόχρωμα, δερμάτινα λουριά με ασημένια καρφιά τύλιγαν σταυρωτά τα μπράτσα και το γυμνό του στήθος, ενώ ένα μαύρο κιλτ έφτανε ως τα γόνατά του. Τα μάτια του ήταν υπερβολικά μεγάλα, σχεδόν άχρωμα, χωμένα βαθιά στο στενοσάγονο πρόσωπό του. Τα κοντοκομμένα, ανοιχτά κόκκινα μαλλιά του σηκώνονταν ψηλά σαν βούρτσα και τα αφτιά του, που ήταν κολλημένα στο κεφάλι, ήταν σχεδόν μυτερά στην κορυφή. Έγειρε προς τον Ματ, εισέπνευσε κι άνοιξε το στόμα για να πάρει κι άλλον αέρα, δείχνοντας τα κοφτερά του δόντια. Έδινε εντύπωση αλεπούς που ετοιμάζεται να χιμήξει σε στριμωγμένο κοτόπουλο.
«Πολύ καιρό», είπε ορθώνοντας το κορμί του. Η φωνή του ήταν τραχιά, σχεδόν ένα μουγκρητό. «Τηρείς τις συμφωνίες και τις συνθήκες; Έχεις σίδηρο, μουσικά όργανα, ή συσκευές φωτός;»
«Δεν έχω τίποτα απ' αυτά», απάντησε αργά ο Ματ. Δεν ήταν το ίδιο μέρος, όμως αυτός ο τύπος έκανε τις ίδιες ερωτήσεις. Ίδιο ήταν και το φέρσιμό του, όπως τον οσμιζόταν. Ψαχουλεύει ης εμπειρίες μου, έτσι δεν είναι; Άσ' τον. Μπορεί να ξεκολλήσει καμία, να τη θυμηθώ κι εγώ. Αναρωτήθηκε αν μιλούσε ξανά την Παλιά Γλώσσα. Ένιωθε δυσάρεστα που δεν ήξερε, που δεν μπορούσε να καταλάβει αν τη μιλούσε. «Αν μπορείς να με πάρεις κάπου που να μου απαντήσουν κάτι ερωτησούλες, εμπρός. Αν όχι, να πηγαίνω και ζητώ συγνώμη για την ενόχληση».