Выбрать главу

«Όχι!» Τα μεγάλα, άχρωμα μάτια ανοιγόκλεισαν ταραγμένα. «Δεν πρέπει να φύγεις. Έλα. Θα σε πάω εκεί που ίσως βρεις αυτό που χρειάζεσαι. Έλα». Οπισθοχώρησε αργά, κουνώντας τα χέρια του. «Έλα».

Ο Ματ έριξε μια ματιά στο τερ'ανγκριάλ και τον ακολούθησε. Ευχήθηκε να μην είχε διαλέξει ο άλλος εκείνη τη στιγμή για να του χαμογελάσει. Μπορεί να ήθελε να τον καθησυχάσει, όμως εκείνα τα δόντια... Ο Ματ αποφάσισε ότι ποτέ πια δεν θα εγκατέλειπε όλα τα μαχαίρια του, ούτε για Σοφές, ούτε για την Έδρα της Αμερλιν αυτοπροσώπως.

Η μεγάλη, πεντάπλευρη είσοδος έμοιαζε περισσότερο με στόμιο στοάς, γιατί ο διάδρομος που συνέχιζε από κει είχε ακριβώς το ίδιο μέγεθος και σχήμα· υπήρχαν οι ίδιες λαμπερές κίτρινες λωρίδες, που ακολουθούσαν τους καμπυλωτούς τοίχους στο πάτωμα και το ταβάνι. Η στοά έμοιαζε να εκτείνεται στο άπειρο κι έσβηνε στη σκοτεινή θολούρα στο βάθος, ενώ κατά διαστήματα τη διέκοπταν άλλες μεγάλες, πεντάπλευρες πόρτες. Ο άντρας με το κιλτ συνέχισε να προχωρά οπισθοχωρώντας και μόνο όταν βρέθηκαν και οι δυο στο διάδρομο γύρισε για να οδηγήσει τον Ματ, αλλά ακόμα και τότε έστριβε να κοιτάξει πάνω από τον μεγάλο ώμο του, λες και ήθελε να βεβαιωθεί ότι ο Ματ ήταν ακόμα εκεί. Ο αέρας δεν μύριζε πια κλεισούρα· αντίθετα, είχε μια αμυδρή οσμή από κάτι άσχημο, κάτι που του ήταν αμυδρά οικείο, αλλά όχι τόσο δυνατό που να το αναγνωρίσει.

Ο Ματ κοίταξε μέσα από την πρώτη πόρτα καθώς περνούσαν και αναστέναξε. Πέρα από μαύρες κολώνες σε σχήμα άστρου, μια στρεβλή πόρτα από κοκκινόπετρα έστεκε σ' ένα μουντό, υαλώδες, λευκό δάπεδο, όπου η σκόνη έδειχνε ίχνη από δύο μπότες, που έρχονταν από το τερ'ανγκριάλ και τις οδηγούσαν προς το διάδρομο κάτι αχνάρια από στενά, γυμνά πόδια. Κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Αντί να τελειώνει πενήντα βήματα πίσω, σε έναν άλλο θάλαμο σαν κι αυτόν, ο διάδρομος προχωρούσε ίσια ως εκεί που έφτανε το βλέμμα του, σαν είδωλο της εικόνας που έβλεπε μπροστά του. Ο οδηγός του χαμογέλασε με κοφτερά δόντια· έμοιαζε πεινασμένος.

Ο Ματ ήξερε ότι έπρεπε να περιμένει κάτι τέτοιο, ύστερα απ’ όσα είχε δει στην άλλη μεριά της πόρτας στο Δάκρυ. Εκείνοι οι οβελίσκοι είχαν μετακινηθεί από κει που ήταν, σε ένα μέρος που λογικά δεν μπορούσαν να βρίσκονται. Αν αυτό μπορούσε να γίνει με τους οβελίσκους, γιατί όχι και με τις αίθουσες. Έπρεπε να μείνω εκεί έξω να περιμένω τον Ραντ, κακώς που δεν το έκανα. Και πόσα πράγματα έπρεπε να έχω κάνει. Τουλάχιστον δεν θα δυσκολευόταν να βρει πάλι εκείνο το τερ'ανγκριάλ, αν ήταν ίδιες όλες οι πόρτες μπροστά του.

Κοίταξε από την επόμενη και είδε μαύρες κολώνες, το τερ'ανγκριάλ από κοκκινόπετρα και τα αχνάρια τα δικά του και του οδηγού του στη σκόνη. Όταν ο στενοσάγονος ξανακοίταξε πάνω από τον ώμο του, ο Ματ του χαμογέλασε, δείχνοντας τα δικά του δόντια. «Μη σου περνά από το νου ότι έπιασες ένα μωράκι στην παγίδα σου. Αν κάνεις ότι με κοροϊδεύεις, θα σου βγάλω το τομάρι να το κάνω χαλάκι για τη σέλα μου».

Ο άλλος ξαφνιάστηκε, τα χλωμά μάτια άνοιξαν και μετά σήκωσε τους ώμους και έσιαξε τα λουριά με τα ασημένια καρφιά στο στέρνο του· το κοροϊδευτικό χαμόγελό του έμοιαζε να υπάρχει για να τραβά την προσοχή σε ό,τι κι αν έκανε. Ξαφνικά ο Ματ αναρωτήθηκε από που έβγαινε εκείνο το ανοιχτόχρωμο πετσί. Αποκλείεται να ήταν από... Ωχ, Φως μου, νομίζω ότι αυτό είναι. Μόλις που κατάφερε να μην ξεροκαταπιεί. «Οδήγα, κάθαρμα. Το τομάρι σου δεν αξίζει ασημένια στολίδια. Πήγαινε με εκεί που θέλω να πάω».

Ο άλλος γρύλισε και συνέχισε βιαστικά, με το κορμί στητό. Τον Ματ δεν τον ένοιαζε αν ο άλλος είχε προσβληθεί. Ευχήθηκε, όμως, να είχε ένα μαχαίρι. Που να καώ, δεν θα αφήσω ένα γιδόμυαλο αλεπομούρη να φτιάξει σαγή από το τομάρι μου.

Δεν υπήρχε τρόπος να καταλάβει πόση ώρα περπατούσαν. Ο διάδρομος ήταν πάντα ο ίδιος, πάντα με τους καμπυλωτούς τοίχους και τις λαμπερές κίτρινες λωρίδες. Κάθε πόρτα έδειχνε τον ίδιο πανομοιότυπο θάλαμο, το τερ'ανγκριάλ, τα ίχνη, όλα. Η ομοιότητα έκανε το χρόνο να χάνεται μέσα στην έλλειψη κάθε διαφοράς. Ο Ματ ανησυχούσε για το χρόνο που ήταν εκεί. Σίγουρα είχε ξεπεράσει τη διορία της μιας ώρας που είχε δώσει στον εαυτό του. Τα ρούχα του ήταν απλώς νοτισμένα τώρα· οι μπότες του δεν άφηναν εκείνο το πλατσούρισμα, όπως πριν. Αλλά συνέχισε να προχωρά, να κοιτάζει την πλάτη του οδηγού του και να προχωρά.

Ξαφνικά ο διάδρομος μπροστά τελείωσε σε μια άλλη πόρτα. Ο Ματ βλεφάρισε. Θα έπαιρνε όρκο ότι πριν από μια ώρα ο διάδρομος εκτεινόταν ως εκεί που έφτανε το βλέμμα. Όμως περισσότερο πρόσεχε το μυτεροδόντη, παρά αυτό που βρισκόταν μπροστά του. Κοίταξε πίσω και παραλίγο να βρίσει. Ο διάδρομος απλωνόταν πίσω μέχρι που οι λαμπερές κίτρινες λωρίδες έμοιαζαν να ενώνονται, καταλήγοντας σε ένα σημείο. Και πουθενά εκεί δεν φαινόταν κάποιο άνοιγμα.