Όταν γύρισε, ήταν μόνος μπροστά στη μεγάλη, πεντάπλευρη πόρτα. Που να καώ, μακάρι να μην το έκαναν αυτό το πράγμα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πέρασε από την πόρτα.
Ήταν άλλος ένας θάλαμος σε σχήμα άστρου και με άσπρο πάτωμα, μικρότερος από τον άλλο —ή τους άλλους― με τις κολώνες. Το δωμάτιο είχε σχήμα οκτάκτινου άστρου, με ένα αστραφτερό, μαύρο βάθρο σε κάθε κορυφή, σαν να ήταν φέτα πάχους δύο απλωσιών κομμένη από εκείνες τις κολώνες. Λαμπερές κίτρινες λωρίδες ανηφόριζαν τις κοφτερές αιχμές του δωματίου και των βάθρων. Η άσχημη οσμή εδώ ήταν δυνατότερη· τώρα την αναγνώριζε. Η οσμή της φωλιάς ενός άγριου θηρίου. Δεν της έδωσε μεγάλη σημασία, όμως, επειδή η αίθουσα ήταν άδεια και μόνο αυτός βρισκόταν εκεί.
Γύρισε αργά και κοίταξε συνοφρυωμένος τα βάθρα. Σίγουρα κάποιος έπρεπε να είναι εκεί πάνω, εκείνος που θα έπρεπε να απαντήσει στις ερωτήσεις του. Τον είχε κοροϊδέψει. Αφού μπορούσε να έρθει εδώ, θα μπορούσε να πάρει και απαντήσεις.
Ξαφνικά έκανε έναν κύκλο, ψάχνοντας όχι τα βάθρα, αλλά τους λείους, γκρίζους τοίχους. Η πόρτα είχε χαθεί· δεν υπήρχε έξοδος.
Όμως πριν κάνει δεύτερη στροφή, είδε ότι σε κάθε βάθρο στεκόταν κάποιος, άνθρωποι σαν τον οδηγό του, αλλά ντυμένοι διαφορετικά. Οι τέσσερις ήταν άντρες, οι υπόλοιπες γυναίκες, με σκληρά μαλλιά, που σχημάτιζαν ένα λοφίο και ύστερα χύνονταν στην πλάτη τους. Όλοι φορούσαν μακριές, λευκές φούστες, που έκρυβαν τα πόδια. Οι γυναίκες είχαν λευκές μπλούζες, που έπεφταν πιο κάτω από τους γοφούς, με ψηλούς, δαντελωτούς γιακάδες και ανοιχτόχρωμες, πτυχωτές μανσέτες στους καρπούς. Οι άντρες φορούσαν πιο πολλά λουριά κι από τον οδηγό, πλατύτερα και με χρυσά καρφιά. Από κάθε λουρί κρέμονταν δύο γυμνά μαχαίρια, μπροστά στο στήθος αυτού που το φορούσε. Ο Ματ από το χρώμα συμπέρανε ότι ήταν χάλκινες λεπίδες, αλλά θα έδινε όλο του το χρυσάφι έστω και για μία.
«Μίλα», είπε μια γυναίκα με χοντρή φωνή. «Σύμφωνα με την αρχαία συνθήκη, εδώ γίνεται η συμφωνία. Τι έχεις ανάγκη; Μίλα».
Ο Ματ δίστασε. Δεν ήταν αυτό που είχαν πει οι φιδάνθρωποι. Όλοι εδώ τον κοίταζαν σαν αλεπούδες που παραμόνευαν το φαγητό τους. «Ποια είναι η Κόρη των Εννέα Φεγγαριών και γιατί πρέπει να την παντρευτώ;» Έλπισε να το θεωρήσουν αυτό μία ερώτηση.
Κανείς δεν απάντησε. Κανείς δεν μίλησε. Απλώς συνέχισαν να τον κοιτάζουν με τα μεγάλα, χλωμά μάτια τους.
«Είστε υποχρεωμένοι να απαντήσετε», είπε. Σιωπή. «Που να καούν τα κόκαλά σας και να γίνουν στάχτη, απαντήστε μου! Ποια είναι η Κόρη των Εννέα Φεγγαριών και γιατί πρέπει να την παντρευτώ; Πώς θα πεθάνω και θα ξαναζήσω; Τι σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψω το μισό φως του κόσμου; Αυτές είναι οι τρεις ερωτήσεις μου. Πείτε κάτι!»
Νεκρική σιγή. Άκουγε την ανάσα του, άκουγε το αίμα που πάλλονταν στα αφτιά του.
«Δεν σκοπεύω να παντρευτώ. Ούτε σκοπεύω να πεθάνω κι ας λένε ότι θα ξαναζήσω. Τριγυρνώ με τρύπες στη μνήμη μου, τρύπες στη ζωή μου κι εσείς με χαζεύετε σαν βλάκες. Αν μπορούσα, θα ήθελα να γεμίσουν αυτές οι τρύπες, μα τουλάχιστον οι απαντήσεις στις ερωτήσεις μου ίσως γεμίσουν κάποιες άλλες στο μέλλον μου. Πρέπει να απαντήσετε —!»
«Έγινε», μούγκρισε ένας άντρας και ο Ματ ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Έγινε; Τι έγινε; Τι εννοούσε; «Που να καούν τα μάτια σας», μουρμούρισε. «Που να καούν οι ψυχές σας! Είστε χειρότεροι από Άες Σεντάι. Τι να πω, θέλω έναν τρόπο να ελευθερωθώ από τις Άες Σεντάι και τη Δύναμη, και θέλω να φύγω από σας και να γυρίσω στο Ρουίντιαν, αφού δεν απαντάτε. Ανοίξτε μια πόρτα και αφήστε με —»
«Έγινε», είπε ένας άλλος άντρας. «Έγινε», είπε και μια γυναίκα έκανε σαν ηχώ. Ο Ματ κοίταξε τους τοίχους και μετά γύρισε και τους αγριοκοίταξε όλους, εκεί που στεκόταν στα βάθρα τους κοιτάζοντάς τον. «Έγινε; Τι έγινε; Δεν βλέπω πόρτα. Παλιοψεύτες —»
«Ανόητε», μούγκρισε μια γυναίκα μ' έναν ψίθυρο και οι άλλοι το επανέλαβαν. Ανόητε. Ανόητε. Ανόητε.
«Είναι σοφό να ζητάς αναχώρηση όταν δεν έχεις ορίσει τίμημα, όρους».
«Μα είσαι ανόητος που δεν συμφώνησες πρώτα το αντίτιμο».
«Εμείς θα ορίσουμε το αντίτιμο».
Μιλούσαν τόσο γρήγορα, που δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος έλεγε τι.
«Αυτό που ζητήθηκε θα δοθεί».
«Το αντίτιμο θα πληρωθεί».
«Που να καείτε», φώναξε αυτός, «τι λέτε —»
Απόλυτο σκοτάδι τον τύλιξε. Υπήρχε κάτι γύρω από το λαιμό του. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Αέρα. Δεν μπορούσε να...
25
Ο Δρόμος Για Το Δόρυ
Ο Ραντ δεν κοντοστάθηκε στην πρώτη σειρά που σχημάτιζαν οι κολώνες και πίεσε τον εαυτό του να περάσει ανάμεσά τους. Τώρα δεν υπήρχε επιστροφή, ούτε ύστερες σκέψεις. Φως μου, τι πρόκειται να γίνει εδώ; Τι είναι στ' αλήθεια αυτό που κάνει;