Выбрать главу

Οι κολώνες ήταν διαυγείς σαν το καλύτερο γυαλί, με πλάτος περίπου τριάντα πόντους, σε απόσταση τριών βημάτων η μια από την άλλη και σχημάτιζαν ένα δάσος από εκτυφλωτικό φως που έπεφτε σε διαδοχικά κύματα, σκληρές λάμψεις και παράξενα ουράνια τόξα. Ο αέρας ήταν πιο δροσερός εδώ, τόσο που ο Ραντ ευχήθηκε να είχε μαζί του ένα σακάκι, αλλά η σκόνη ήταν η ίδια και σκέπαζε τις λείες, λευκές πλάκες κάτω από τις μπότες του. Δεν έπνεε ούτε αύρα, όμως κάτι έκανε όλες τις τρίχες του κορμιού του να σαλέψουν, ακόμα και κάτω από το πουκάμισό του.

Μπροστά και δεξιά είδε άλλο έναν άντρα, που φορούσε τα καφετιά και γκρίζα χρώματα των Αελιτών, αλύγιστο, ασάλευτο σαν άγαλμα, κάτω από τα τρεμουλιαστά φώτα. Πρέπει να ήταν ο Μουράντιν, ο αδερφός του Κουλάντιν. Αλύγιστος και ασάλευτος· σίγουρα κάτι συνέβαινε. Κατά έναν παράξενο τρόπο, παρά τη λαμπρότητα του φωτός, ο Ραντ διέκρινε καθαρά το πρόσωπο του Αελίτη. Μάτια ορθάνοιχτα, πρόσωπο σφιγμένο, στόμα που έτρεμε έτοιμο να γρυλίσει. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που έβλεπε, δεν του άρεσε. Αλλά ο Μουράντιν τουλάχιστον είχε επιζήσει ως τώρα. Αν μπορούσε να το κάνει αυτός, τότε μπορούσε κι ο Ραντ. Ο άλλος ήταν το πολύ πέντ' έξι βήματα μπροστά του. Ο Ραντ αναρωτήθηκε γιατί νωρίτερα, με τον Ματ, δεν είχαν δει τον Μουράντιν να μπαίνει μέσα κι ύστερα έκανε άλλο ένα βήμα.

Ακολουθούσε πίσω από δύο μάτια κι ένιωθε μα δεν έλεγχε ένα σώμα. Ο ιδιοκτήτης αυτών των ματιών ζάρωνε με άνεση ανάμεσα στα μεγάλα βράχια μιας ξερής βουνοπλαγιάς, κάτω από έναν ουρανό που τον έψηνε ο ήλιος, κοιτάζοντας χαμηλότερα μερικές παράξενες, ημιτελείς, πέτρινες κατασκευές -όχι! Δεν είναι καν ημιτελείς ακόμα. Είναι το Ρουίντιαν, μα χωρίς καθόλου ομίχλη, και μόλις τώρα άρχισε― με περιφρονητικό βλέμμα. Ήταν ο Μαντέιν, που στα σαράντα του χρόνια ήταν μικρός για αρχηγός φυλής. Ο διχασμός χάθηκε· ήρθε η αποδοχή. Ήταν ο Μαντέιν.

«Πρέπει να συμφωνήσεις», είπε η Σήλντρε, αλλά προς το παρόν την αγνόησε.

Το Τζεν είχε φτιάξει πράγματα για να αντλεί νερό και να το διοχετεύει σε μεγάλες, πέτρινες δεξαμενές. Ο Μαντέιν είχε δώσει μάχες για λιγότερο νερό απ' όσο είχε μία απ' αυτές τις δεξαμενές, που δίπλα τους περνούσαν άνθρωποι λες και το νερό δεν είχε σημασία. Ένα παράξενο δάσος από γυαλί υψωνόταν στο κέντρο όλων αυτών των δραστηριοτήτων, αστραφτοβολώντας στον ήλιο, και δίπλα του ήταν το μεγαλύτερο δέντρο που είχε δει ποτέ, με ύψος τουλάχιστον τρεις απλωσιές. Οι πέτρινες κατασκευές τους έμοιαζαν λες και ήταν φτιαγμένες για να χωρά η καθεμιά ένα ολόκληρο φρούριο, μια ολόκληρη φυλή, όταν θα τελείωναν. Τρέλα. Το Ρουίντιαν δεν μπορούσες να το υπερασπιστείς. Όχι ότι θα έκανε επίθεση κανείς στο Τζεν, φυσικά. Οι περισσότεροι απέφευγαν το Τζεν όπως απέφευγαν τους Ξεστρατισμένους, οι οποίοι τριγυρνούσαν ψάχνοντας για τραγούδια που ισχυρίζονταν ότι θα τους ξανάφερναν τις χαμένες μέρες.

Μια πομπή βγήκε από το Ρουίντιαν πηγαίνοντας προς το βουνό, μερικές δωδεκάδες Τζεν και δύο παλανκίνα, που το καθένα σήκωναν οκτώ άντρες. Το κάθε παλανκίνο είχε αρκετό ξύλο για δώδεκα καρέκλες αρχηγών. Είχε ακούσει ότι μεταξύ των Τζεν υπήρχαν ακόμα Άες Σεντάι.

«Πρέπει να συμφωνήσεις με ό,τι ζητήσουν, σύζυγε μου», είπε η Σήλντρε.

Τότε αυτός την κοίταξε και για μια στιγμή θέλησε να περάσει τα χέρια του μέσα από τα μακριά, χρυσαφιά μαλλιά της, βλέποντας το γελαστό κορίτσι που είχε αποθέσει το γαμήλιο στεφάνι στα πόδια του και του είχε ζητήσει να την παντρευτεί. Τώρα, όμως, ήταν σοβαρή, συλλογισμένη και ανήσυχη. «Θα έρθουν οι άλλοι;» τη ρώτησε.

«Μερικοί. Οι περισσότεροι. Μίλησα με τις αδελφές μου στο όνειρο και όλες ονειρευτήκαμε το ίδιο πράγμα. Τους αρχηγούς που δεν έρχονται κι αυτούς που δεν συμφωνούν... Οι φυλές τους θα ξεκληριστούν, Μαντέιν. Μέσα σε τρεις γενιές θα είναι σκόνη και τα φρούρια και τα γελάδια τους θα ανήκουν σε άλλες φυλές. Τα ονόματά τους θα χαθούν».

Δεν του άρεσε που η Σήλντρε μιλούσε στις Σοφές άλλων φυλών, έστω και στα όνειρα. Αλλά οι Σοφές ονειρεύονταν την αλήθεια. Όταν ήξεραν κάτι, ήταν αληθινό. «Μείνε εδώ», της είπε. «Αν δεν επιστρέψω, βοήθησε τους γιους και τις κόρες μας να κρατήσουν τις φυλές ενωμένες».

Εκείνη του άγγιξε το μάγουλο. «Ναι, σκιά της ζωής μου. Αλλά μην ξεχάσεις. Θα πρέπει να συμφωνήσεις».

Με μια κίνηση του Μαντέιν, εκατό μορφές με πέπλα τον ακολούθησαν κατηφορίζοντας την πλαγιά· περνούσαν από βράχο σε βράχο σαν φαντάσματα, με τα τόξα και τα δόρατα έτοιμα, με τα γκρίζα και καφέ ρούχα τους, που τις έκαναν ένα με τη στέρφα γη, έτσι που ακόμα και τα δικά του μάτια δεν τις έβλεπαν. Όλοι ήταν άντρες· είχε αφήσει μαζί με τη Σήλντρε και τους άλλους άντρες τις γυναίκες της φυλής που έφεραν δόρυ. Αν κάτι πήγαινε στραβά και η Σήλντρε αποφάσιζε να κάνει καμιά χαζομάρα για να τον σώσει, οι άντρες μάλλον θα την ακολουθούσαν· οι γυναίκες θα φρόντιζαν να επιστρέψει στο φρούριο, είτε αυτή το ήθελε, είτε όχι, για να προστατεύσει το φρούριο και τη φυλή. Μακάρι να γινόταν έτσι. Μερικές φορές οι γυναίκες ήταν πιο μαχητικές από τους άντρες, και πιο ανόητες.