Όταν ο Μαντέιν έφτασε στο χαμηλότερο σημείο της πλαγιάς, η πομπή από το Ρουίντιαν είχε σταματήσει στην ξεραμένη, ραγισμένη, λασπώδη έκταση. Έκανε νόημα στους άντρες του να καλυφτούν και συνέχισε μόνος του, κατεβάζοντας το πέπλο. Αντιλαμβανόταν και τους άλλους, που έβγαιναν από το βουνό δεξιά κι αριστερά του και πλησίαζαν από άλλες κατευθύνσεις, διασχίζοντας το πυρωμένο έδαφος. Πόσοι; Πενήντα; Εκατό μήπως; Κάποια πρόσωπα που περίμενε να δει έλειπαν. Η Σήλντρε, ως συνήθως, είχε δίκιο· κάποιοι δεν είχαν δώσει προσοχή στο όνειρο της Σοφής τους. Υπήρχαν πρόσωπα που δεν είχε ξαναδεί, καθώς και πρόσωπα αντρών που είχε προσπαθήσει να σκοτώσει ή αντρών που είχαν προσπαθήσει να τον σκοτώσουν. Τουλάχιστον κανείς δεν φορούσε το πέπλο του. Το να σκοτώνεις μπροστά σε έναν Τζεν ήταν σχεδόν εξίσου άσχημο με το να σκοτώσεις έναν Τζεν. Έλπισε ότι οι άλλοι θα το θυμούνταν. Αν έστω κι ένας τους πρόδιδε, τα πέπλα δεν θα έμεναν κατεβασμένα· οι πολεμιστές που είχε φέρει κάθε αρχηγός θα κατέβαιναν από τα βουνά κι αυτή η ξεραμένη λάσπη θα γινόταν μούσκεμα από το αίμα. Σχεδόν περίμενε ότι ανά πάσα στιγμή θα ένιωθε ένα δόρυ στο πλευρό του.
Παρ' όλο που προσπαθούσε να παρακολουθεί με το βλέμμα εκατό πιθανές απειλές θανάτου, ήταν δύσκολο να μην κοιτάζει τις Άες Σεντάι, καθώς τα περίτεχνα, σκαλισμένα παλανκίνα τους χαμήλωναν στο έδαφος. Γυναίκες με μαλλιά τόσο λευκά, που έμοιαζαν διάφανα. Αγέραστα πρόσωπα με δέρμα που έλεγες ότι θα το σκίσει ο άνεμος. Είχε ακούσει ότι τα χρόνια δεν άγγιζαν τις Άες Σεντάι. Τι ηλικία είχαν αυτές οι δύο; Τι είχαν δει; Θυμούνταν μήπως τότε που ο παππούς του, ο Κόμραν, είχε πρωτοβρεί το Ογκιρανό στέντιγκ στο Δρακότειχος και είχε αρχίσει να εμπορεύεται μαζί τους; Ή ίσως τότε που ο Ρόντρικ, ο παππούς του Κόμραν, είχε ηγηθεί των Αελιτών και είχαν σκοτώσει τους άντρες με τα σιδερένια πουκάμισα, που είχαν περάσει το Δρακότειχος; Οι Άες Σεντάι έστρεψαν πάνω του το βλέμμα τους —κοφτερό γαλάζιο και σκούρο καστανό, τα πρώτα σκούρα μάτια που είχε δει ποτέ του― και φάνηκαν να βλέπουν μέσα στο κρανίο του, μέσα στις σκέψεις του. Κατάλαβε ότι είχε επιλεγεί και δεν ήξερε γιατί. Με αρκετή δυσκολία, τράβηξε τη ματιά του από εκείνα τα βλέμματα, που τον ήξεραν καλύτερα απ' όσο ήξερε ο ίδιος τον εαυτό του.
Ένας κοκαλιάρης ασπρομάλλης, που ήταν ψηλός, αν και περπατούσε καμπουριασμένος, βγήκε από το Τζεν με δύο γκριζομάλλες γυναίκες δεξιά κι αριστερά του, που θα μπορούσαν να είναι αδελφές, καθώς είχαν τα ίδια βαθιά, πράσινα μάτια και τον ίδιο τρόπο να γέρνουν το κεφάλι όταν κοίταζαν κάτι. Το υπόλοιπο Τζεν κοίταζε ανήσυχα το έδαφος αντί για τους Αελίτες, αλλά αυτοί οι τρεις όχι.
«Είμαι ο Ντέρμον», είπε ο ασπρομάλλης με βαθιά, δυνατή φωνή και τα γαλάζια μάτια του ήταν αταλάντευτα, σαν κάθε Αελίτη. «Αυτές είναι η Μορνταίν και η Ναρίς». Έδειξε τις δύο γυναίκες που στέκονταν δίπλα του. «Μιλάμε εκ μέρους του Ρουίντιαν και του Τζεν Άελ».
Οι άντρες γύρω από τον Μαντέιν σάλεψαν ανήσυχα. Στους περισσότερους, όπως και στον ίδιο, δεν άρεσε να ισχυρίζεται το Τζεν ότι ήταν Άελ. «Γιατί μας καλέσατε εδώ;» ζήτησε να μάθει, αν και του έκαιγε τη γλώσσα η παραδοχή ότι είχαν απαιτήσει την παρουσία του.
«Γιατί δεν έχεις σπαθί;» είπε ο Ντέρμον αντί να απαντήσει. Αυτό προκάλεσε θυμωμένα μουρμουρητά.
«Απαγορεύεται», είπε ο Ντέρμον. «Αυτό θα έπρεπε να είναι γνωστό ακόμα και στο Τζεν». Σήκωσε τα δόρατά του και άγγιξε το μαχαίρι στη μέση του και το τόξο στην πλάτη του. «Αυτά τα όπλα αρκούν για τους πολεμιστές». Τα μουρμουρητά έγιναν επιδοκιμαστικά και μερικά προέρχονταν από ανθρώπους που είχαν ορκιστεί να τον σκοτώσουν. Και πάλι θα τον σκότωναν, αν τους δινόταν η ευκαιρία, αλλά επιδοκίμαζαν αυτό που είχε πει. Και φαινόταν ότι τους αρκούσε που τον άφηναν να μιλάει, με αυτές τις Άες Σεντάι να παρακολουθούν.
«Δεν ξέρετε γιατί», είπε η Μορνταίν. «Είναι πολλά που δεν ξέρετε. Αλλά πρέπει να τα μάθετε», πρόσθεσε η Ναρίς.
«Τι θέλετε;» ζήτησε να μάθει ο Μαντέιν.
«Εσάς». Τα μάτια του Ντέρμον ταξίδεψαν σ' όλους τους Αελίτες. «Αυτός που θα σας οδηγήσει πρέπει να έρθει στο Ρουίντιαν και να μάθει από πού ήρθαμε, καθώς και γιατί δεν έχετε σπαθιά. Όποιος δεν μπορεί να μάθει, δεν θα ζήσει».