«Σας μίλησαν οι Σοφές σας», είπε η Μορνταίν, «ειδάλλως δεν θα ήσασταν εδώ. Ξέρετε το κόστος για όσους αρνούνται».
Ο Τσαρέντιν βγήκε μπροστά, αγριοκοιτάζοντας μια τον Μαντέιν και μια τους Τζεν. Ο Μαντέιν του είχε δημιουργήσει εκείνη τη μακριά, ζαρωμένη ουλή στο πρόσωπο· τρεις φορές παραλίγο να αλληλοσκοτωθούν. «Μόνο να έρθουμε σε σας;» είπε ο Τσαρέντιν. «Όποιος από μας έρθει, θα ηγηθεί των Αελιτών;»
«Όχι». Η λέξη ακούστηκε αχνή, σαν ψίθυρος, αλλά ήταν αρκετά δυνατή για να φτάσει σε όλα τα αφτιά. Την είχε προφέρει η καστανομάτα Άες Σεντάι, που καθόταν στη σμιλεμένη καρέκλα της με μια κουβέρτα απλωμένη στα πόδια, σαν να κρύωνε κάτω από τον καυτό ήλιο. «Αυτό θα γίνει αργότερα», είπε. «Η πέτρα που δεν πέφτει θα πέσει για να αναγγείλει τον ερχομό του. Από το αίμα, όχι όμως μεγαλωμένος ανάμεσα στο αίμα, θα έρθει από το Ρουίντιαν την αυγή και θα σας ενώσει με ακατάλυτα δεσμά. Θα σας γυρίσει πίσω και θα σας καταστρέψει».
Μερικοί αρχηγοί φυλών κουνήθηκαν σαν να ήθελαν να φύγουν, όμως κανένας δεν έκανε πάνω από ένα-δυο βήματα. Όλοι είχαν ακούσει τη Σοφή της φυλής τους. Συμφωνήστε, αλλιώς θα μας αφανίσουν σαν να μην είχαμε υπάρξει ποτέ. Συμφωνήστε, αλλιώς θα αφανιστούμε μόνοι μας.
«Κάποια κατεργαριά είναι αυτή», φώναξε ο Τσαρέντιν. Μπροστά στα βλέμματα των Άες Σεντάι χαμήλωσε τη φωνή του, αλλά ο θυμός δεν καταλάγιαζε. «Θέλετε να πάρετε τις φυλές υπό τον έλεγχο σας. Οι Αελίτες δεν κλίνουν το γόνυ ούτε σε άντρα, ούτε σε γυναίκα». Τίναξε το κεφάλι, αποφεύγοντας τα βλέμματα των Άες Σεντάι. «Σε κανέναν», μουρμούρισε.
«Δεν ζητούμε τον έλεγχο», του είπε η Ναρίς.
«Λιγοστεύουν οι μέρες μας», είπε η Μορνταίν. «Θα έρθει μια μέρα που το Τζεν δεν θα υπάρχει πια και μόνο εσείς θα επιστρέφετε για να θυμηθείτε το Άελ. Πρέπει να μείνετε, αλλιώς όλα είναι μάταια, όλα χαμένα».
Η ανέκφραστη φωνή της, η γαλήνια βεβαιότητα, έκανε τον Τσαρέντιν να σιωπήσει, αλλά ο Μαντέιν είχε άλλη μια ερώτηση. «Γιατί; Αν ξέρετε το χαμό σας, τότε γιατί το κάνετε αυτό;» Έδειξε τα οικοδομήματα που υψώνονταν στο βάθος.
«Είναι ο σκοπός μας», αποκρίθηκε γαλήνια ο Ντέρμον. «Πολλά χρόνια αναζητούσαμε αυτό το μέρος και τώρα το ετοιμάζουμε, αν και όχι για το σκοπό που νομίζαμε κάποτε. Κάνουμε αυτό που πρέπει και κρατάμε την πίστη μας».
Ο Μαντέιν περιεργάστηκε το πρόσωπο του άλλου. Δεν έδειχνε φόβο. «Είστε Αελίτες», είπε κι όταν ακούστηκαν επιφωνήματα από μερικούς αρχηγούς, αυτός ύψωσε τη φωνή του. «Θα πάω στο Τζεν Άελ».
«Δεν επιτρέπεται να έρθεις οπλισμένος στο Ρουίντιαν», είπε ο Ντέρμον.
Ο Μαντέιν γέλασε δυνατά με το θράσος του άλλου. Ζητούσε από έναν Αελίτη να πάει άοπλος. Πέταξε τα όπλα του και έκανε ένα βήμα μπροστά. «Πάρε με στο Ρουίντιαν, Αελίτη. Δεν με παραβγαίνεις στο κουράγιο».
Ο Ραντ ανοιγόκλεισε τα μάτια μπροστά στα φώτα που τρεμόπαιζαν. Εκεί δεν ήταν ο εαυτός του, ήταν ο Μαντέιν· ακόμα ένιωθε την περιφρόνηση για το Τζεν να υποχωρεί μπροστά στο θαυμασμό. Ήταν Αελίτες οι Τζεν ή δεν ήταν; Έδειχναν ίδιοι, ψηλοί, με ανοιχτόχρωμα μάτια και πρόσωπα ηλιοκαμένα, φορούσαν τα ίδια ρούχα, με εξαίρεση το γεγονός ότι δεν είχαν πέπλα. Αλλά πουθενά ανάμεσά του δεν υπήρχε όπλο, εκτός από κάτι απλά μαχαίρια στη ζώνη, κατάλληλα για δουλειά. Δεν υπήρχε Αελίτης χωρίς όπλο.
Βρισκόταν πιο βαθιά ανάμεσα στις κολώνες απ' όσο θα ήταν λογικό με το ένα βήμα που είχε κάνει, καθώς και πιο κοντά στον Μουράντιν απ' όσο πριν. Ο Αελίτης, που πριν είχε ένα ακλόνητο βλέμμα, τώρα είχε σμιγμένα τα φρύδια, με μια βαριά έκφραση.
Η σκόνη έτριξε κάτω από τις μπότες του Ραντ, καθώς έκανε ένα βήμα μπροστά.
Τον έλεγαν Ρόντρικ και ήταν σχεδόν είκοσι χρόνων. Ο ήλιος ήταν μια χρυσή φουσκάλα στον ουρανό, αλλά ο άντρας δεν κατέβασε το πέπλο του και συνέχισε να κοιτάζει άγρυπνα ολόγυρα. Τα δόρατά του ήταν έτοιμα —ένα είχε στο δεξί χέρι και τρία τα κρατούσε μαζί με τη μικρή, στρογγυλή ασπίδα από τομάρι ταύρου― και ήταν έτοιμος κι ο ίδιος. Ο Τζέρνταμ ήταν στον κάμπο με το ξερό χορτάρι, νότια των λόφων, όπου οι περισσότεροι θάμνοι ήταν καχεκτικοί και μαραμένοι. Τα μαλλιά του ηλικιωμένου ήταν λευκά, σαν εκείνο το πράγμα που λεγόταν χιόνι, για το οποίο έλεγαν οι παλιοί, όμως το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό και η προσοχή του δεν θα ήταν όλη στραμμένη στους σκαφτιάδες, που ανέβαζαν γεμάτα, μεγάλα ασκιά.
Προς το βορρά και τα ανατολικά υψώνονταν βουνά, ενώ η βόρεια οροσειρά ήταν ψηλή και κοφτερή, με άσπρες κορυφές, αλλά και πάλι έμοιαζε με νάνο μπροστά στα τέρατα της ανατολικής. Έμοιαζαν λες και ο κόσμος πάσχιζε να αγγίξει τα ουράνια, ίσως να τα άγγιζε κιόλας. Μήπως εκείνο το άσπρο ήταν χιόνι; Δεν θα το μάθαινε. Αντιμέτωποι μ' αυτό, οι Τζεν πρέπει να είχαν αποφασίσει να γυρίσουν προς τα ανατολικά. Πολλούς μήνες προχωρούσαν βόρεια, ακολουθώντας τα τοιχώματα αυτών των βουνών, σέρνοντας με κόπο τις άμαξές τους, προσπαθώντας να μην πιστέψουν ότι τους ακολουθούσαν οι Αελίτες. Τουλάχιστον υπήρχε νερό όταν περνούσαν τα ποτάμια, αν και όχι πολύ. Ο Ρόντρικ χρόνια είχε να δει ποτάμι που να μην μπορεί να διασχίσει· μακριά από τα βουνά, τα περισσότερα ποτάμια ήταν μια ξερή, σκασμένη λάσπη. Μακάρι να ξανάπεφταν βροχές, να γέμιζε πάλι ο τόπος πρασινάδα. Θυμόταν τότε που ο κόσμος ήταν χλοερός.