Выбрать главу

Άκουσε τα άλογα πριν τα δει, ήταν τρεις καβαλάρηδες που έρχονταν από τους λόφους, φορώντας μακριά, δερμάτινα πουκάμισα με ραμμένους μεταλλικούς δίσκους από πάνω ως κάτω, ενώ οι δύο από αυτούς είχαν λόγχες. Ήξερε τον επικεφαλής, τον Γκάραμ, τον γιο του αρχηγού της πόλης που ήταν λίγο πιο πίσω τους, στο δρόμο που απ' όπου είχαν έρθει, ο οποίος δεν ήταν πολύ μεγαλύτερος από τον Ρόντρικ. Ήταν τυφλοί οι κάτοικοι αυτής της πόλης. Δεν είδαν τους Αελίτες, που ζωντάνεψαν για λίγο όταν τους προσπέρασαν και μετά ξανάγιναν αόρατοι σ' αυτή την τραχιά γη. Ο Ρόντρικ κατέβασε το πέπλο του· δεν θα σκοτωνόταν κανείς, εκτός αν έκαναν την αρχή οι καβαλάρηδες. Δεν μετάνιωνε γι' αυτό, αλλά δεν εμπιστευόταν ανθρώπους που ζούσαν σε σπίτια και πόλεις. Είχαν δώσει πολλές μάχες με ανθρώπους αυτού του είδους. Οι ιστορίες έλεγαν ότι αυτό γινόταν ανέκαθεν.

Ο Γκάραμ τράβηξε τα γκέμια και ύψωσε το δεξί χέρι σε χαιρετισμό. Ήταν μικρόσωμος, με μαύρα μάτια, σαν τους δύο που τον ακολουθούσαν, όμως και οι τρεις έδειχναν σκληροί και ικανοί. «Χαίρε, Ρόντρικ. Γέμισαν οι άνθρωποί σου τα ασκιά τους;»

«Σε βλέπω, Γκάραμ». Μίλησε ήρεμα και ανέκφραστα. Τον τάραζε να βλέπει ανθρώπους σε άλογα, πιο πολύ κι από το γεγονός ότι είχαν σπαθιά. Οι Αελίτες είχαν ζώα φόρτου, όμως υπήρχε κάτι αφύσικο στο να κάθεται κάποιος πάνω σε άλογο. Τα πόδια του ανθρώπου έφταναν και περίσσευαν. «Κοντεύουμε. Μήπως ο πατέρας σου παίρνει πίσω την άδεια που μας έδωσε να παίρνουμε νερό από τη γη του;» Καμία πόλη δεν τους είχε δώσει άλλοτε άδεια. Έπρεπε να πολεμήσεις για το νερό, όπως και για το κάθε τι, αν ήταν άνθρωποι κοντά εκεί· βέβαια, αν υπήρχε νερό, τότε σίγουρα οι άνθρωποι ήταν κοντά. Δεν θα ήταν εύκολο να τα βάλει μόνος μ' αυτούς τους τρεις. Σάλεψε τα πόδια, έτοιμος να χορέψει και πιθανότατα να πεθάνει.

«Όχι», είπε ο Γκάραμ. Δεν είχε καν προσέξει την κίνηση του Ρόντρικ. «Έχουμε μια μεγάλη πηγή στην πόλη και ο πατέρας μου λέει ότι, όταν φύγετε, θα έχουμε και τα πηγάδια που σκάψατε, μέχρι να φύγουμε κι εμείς. Αλλά ο παππούς σου ήθελε να ξέρει αν οι άλλοι ξεκινήσουν κι αυτό έγινε». Έγειρε με τον αγκώνα μπροστά στη σέλα του. «Πες μου, Ρόντρικ, είναι στ' αλήθεια ίδιος λαός με σας;»

«Είναι το Τζεν Άελ, ενώ εμείς το Άελ. Είμαστε το ίδιο, αλλά παράλληλα δεν είμαστε. Δεν μπορώ να το εξηγήσω καλύτερα, Γκάραμ». Ούτε κι ο ίδιος το καλοκαταλάβαινε.

«Προς τα πού πάνε;» ρώτησε ο Τζέρνταμ.

Ο Ρόντρικ υποκλίθηκε ήρεμα στον παππού του· είχε ακούσει ένα πάτημα, τον ήχο μιας μαλακής μπότας και ήξερε ότι ήταν Αελίτης. Οι άνθρωποι της πόλης δεν είχαν προσέξει, όμως, ότι ο Τζέρνταμ πλησίαζε και τίναξαν ξαφνιασμένοι τα γκέμια τους. Μόνο το γεγονός ότι ο Γκάραμ είχε απλώσει το χέρι εμπόδισε τους άλλους να χαμηλώσουν τις λόγχες. Ο Ρόντρικ και ο παππούς του περίμεναν.

«Ανατολικά», είπε ο Γκάραμ όταν είχε ηρεμήσει το άλογό του. «Πέρα από τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου». Έδειξε τα βουνά, που μαχαίρωναν τον ουρανό.

Ο Ρόντρικ μόρφασε. «Τι είναι από την άλλη μεριά;» είπε ατάραχα ο Τζέρνταμ.

«Ξέρω εγώ; Το τέλος του κόσμου», αποκρίθηκε ο Γκάραμ. «Δεν ξέρω αν έχει πέρασμα». Δίστασε. «Το Τζεν έχει μαζί του Άες Σεντάι. Δεκάδες, έτσι άκουσα. Δεν σε ταράζει να ταξιδεύεις τόσο κοντά σε Άες Σεντάι; Ακουσα ότι ο κόσμος κάποτε ήταν αλλιώτικος, αλλά αυτές τον χάλασαν».

Ο Ρόντρικ ένιωθε μεγάλη νευρικότητα με τις Άες Σεντάι, αν και δεν έδειξε τίποτα στο πρόσωπο του. Ήταν μόνο τέσσερις, όχι δεκάδες, αλλά κι έτσι του θύμιζαν ιστορίες, που έλεγαν ότι οι Αελίτες είχαν απογοητεύσει τις Άες Σεντάι με κάποιον τρόπο που κανείς δεν ήξερε. Οι Άες Σεντάι πρέπει να ήξεραν· ελάχιστες φορές είχαν βγει από τις άμαξες των Τζεν τη χρονιά που είχαν έρθει, όμως τις λίγες εκείνες φορές κοίταζαν τους Αελίτες με θλιμμένα μάτια. Ο Ρόντρικ δεν ήταν ο μόνος που προσπαθούσε να τις αποφεύγει.

«Φυλάμε το Τζεν», είπε ο Τζέρνταμ. «Εκείνοι ταξιδεύουν με τις Άες Σεντάι».

Ο Γκάραμ ένευσε σαν να άλλαζε κάτι έτσι και ύστερα έσκυψε πάλι μπροστά, χαμηλώνοντας τη φωνή. «Ο πατέρας μου έχει Άες Σεντάι για συμβουλάτορα, αν και το κρύβει από την πόλη. Του λέει ότι πρέπει να αφήσουμε αυτούς τους λόφους και να πάμε ανατολικά. Λέει ότι στα ξερά ποτάμια θα ξανακυλήσει νερό και κοντά σε ένα ποτάμι θα χτίσουμε μια λαμπρή πόλη. Λέει πολλά πράγματα. Άκουσα ότι οι Άες Σεντάι σκοπεύουν να χτίσουν μια πόλη ― βρήκαν έναν Ογκιρανό για να τους τη φτιάξει. Ογκιρανό!» Κούνησε το κεφάλι κι από τους θρύλους επέστρεψε στην πραγματικότητα. «Λες να θελήσουν να κυβερνήσουν πάλι τον κόσμο; Οι Άες Σεντάι; νομίζω ότι πρέπει να τις σκοτώσουμε, πριν μας αφανίσουν πάλι».