«Πρέπει να κάνεις αυτό που νομίζεις καλύτερο». Η φωνή του Τζέρνταμ δεν άφηνε να φανεί ούτε ίχνος από τις δικές του σκέψεις. «Πρέπει να ετοιμάσω τους ανθρώπους μου για να περάσουμε αυτά τα βουνά».
Ο μελαχρινός ίσιωσε το κορμί στη σέλα του, φανερά απογοητευμένος. Ο Ρόντρικ υποψιάστηκε ότι ήθελε τη βοήθεια των Αελιτών για να σκοτώσει τις Άες Σεντάι. «Η Ραχοκοκαλιά του Κόσμου», είπε απότομα ο Γκάραμ. «Έχει κι άλλο όνομα. Μερικοί την ονομάζουν Δρακότειχος».
«Ταιριαστό όνομα», απάντησε ο Τζέρνταμ.
Το βλέμμα του Ρόντρικ πλανήθηκε στα πανύψηλα βουνά του ορίζοντα. Ταιριαστό όνομα για Αελίτες. Το μυστικό όνομα των Αελιτών, που δεν το έλεγαν σε κανέναν, ήταν Λαός του Δράκοντα. Δεν γνώριζε γιατί, ήξερε μόνο πως δεν το ξεστόμιζαν παρά μόνο όταν σου έδιναν τα δόρατα. Τι βρισκόταν πίσω από το Δρακότειχος; Αν μη τι άλλο, εκεί θα υπήρχαν άνθρωποι να πολεμήσουν. Πάντα υπήρχαν. Ολόκληρος ο κόσμος ήταν μονάχα Αελίτες, Τζεν και εχθροί. Αυτό μονάχα. Αελίτες, Τζεν και εχθροί.
Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα που του έγδαρε το λαιμό, σαν να είχε κάνει ώρες να ανασάνει. Στις κολώνες γύρω του ανηφόριζαν φωτεινά δαχτυλίδια, που έκαναν τα μάτια του να πονούν. Οι λέξεις ακόμα αντηχούσαν στο νου του. Αελίτες, Τζεν και εχθροί· αυτός ήταν ο κόσμος. Η περιοχή εκείνη σίγουρα δεν ήταν στην Ερημιά. Είχε δει —είχε ζήσει― έναν καιρό πριν οι Αελίτες έρθουν στην Τρίπτυχη Γη.
Είχε ζυγώσει ακόμα πιο κοντά στον Μουράντιν. Τα μάτια του Αελίτη σάλεψαν ανήσυχα και έμοιαζε να πασχίζει να μην κάνει άλλο βήμα.
Ο Ραντ προχώρησε.
Καθισμένος ανακούρκουδα στη λευκοντυμένη λοφοπλαγιά, ο Τζέρνταμ δεν έδινε σημασία στο κρύο, καθώς παρακολουθούσε πέντε ανθρώπους τον πλησιάζουν με κόπο. Τρεις άντρες με μανδύες και δύο γυναίκες με χοντρά φορέματα, που δυσκολεύονταν να βαδίσουν στο χιόνι. Ο χειμώνας έπρεπε να έχει τελειώσει προ πολλού, σύμφωνα με τους παλιούς, αλλά βέβαια έλεγαν ιστορίες για τις εποχές που άλλαζαν και δεν ήταν πια όπως παλιά. Ισχυρίζονταν, επίσης, ότι η γη σειόταν και τα βουνά υψώνονταν ή βούλιαζαν, σαν νερό σε καλοκαιρινή λιμνούλα όταν έπεφτε μέσα μια πέτρα. Ο Τζέρνταμ δεν τα πίστευε αυτά. Ήταν δεκαοκτώ χρόνων, είχε γεννηθεί στις σκηνές και αυτή εδώ ήταν η μόνη ζωή που είχε γνωρίσει. Το χιόνι, οι σκηνές και το καθήκον της προστασίας.
Κατέβασε το πέπλο και σηκώθηκε αργά, γέρνοντας στο μακρύ δόρυ του ώστε να μη φοβίσει τους ανθρώπους των αμαξών, αλλά κι έτσι αυτοί μαρμάρωσαν, κοιτάζοντας το δόρυ, το τόξο που κρεμόταν στην πλάτη του και τη φαρέτρα στη μέση του. Από τους πέντε, κανείς δεν φαινόταν μεγαλύτερός του. «Μας χρειάζεστε, Τζεν;» φώναξε.
«Μας ονομάζεις έτσι για να μας χλευάσεις», φώναξε με τη σειρά του ένας ψηλός με σουβλερή μύτη, «αλλά είναι αλήθεια. Είμαστε πράγματι το μόνο αληθινό Άελ. Εσείς εγκαταλείψατε την Οδό».
«Αυτό είναι ψέμα!» ξέσπασε ο Τζέρνταμ. «Ποτέ δεν έπιασα στο χέρι μου σπαθί!» Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει. Δεν τον είχαν βάλει εδώ για να θυμώνει με τους Τζεν. «Αν χαθήκατε, οι άμαξες σας είναι κατά κει». Έδειξε προς το νότο με το δόρυ.
Μια γυναίκα άπλωσε το χέρι στο μπράτσο εκείνου με τη σουβλερή μύτη και του μίλησε χαμηλόφωνα. Οι άλλοι ένευσαν και στο τέλος ένευσε κι αυτός, αν και απρόθυμα. Ήταν μια όμορφη γυναίκα, με ξανθές τούφες να ξεφεύγουν από τα μαλλιά της κάτω από το σκοτεινό επώμιο με το οποίο είχε κουκουλωθεί ως το κεφάλι. Στάθηκε αντίκρυ στον Τζέρνταμ. «Δεν χαθήκαμε», του είπε. Γύρισε και τον κοίταξε ξαφνικά, σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά, και έσφιξε γύρω της το επώμιο.
Ο Τζέρνταμ ένευσε· δεν είχε φανταστεί τέτοιο πράγμα. Οι Τζεν συνήθως κατάφερναν να αποφεύγουν όσους ήταν από τις σκηνές, ακόμα κι όταν χρειάζονταν βοήθεια. Οι λίγοι που δεν τους απέφευγαν, το έκαναν όταν βρίσκονταν σε απόγνωση, ζητώντας τη βοήθεια που δεν μπορούσαν να βρουν πουθενά αλλού. «Ακολουθήστε με».
Ήταν ένα μίλι απόσταση μέσα από τους λόφους ως τις σκηνές του πατέρα του ― ως εκείνα τα χαμηλά τρίγωνα, που ήταν σχεδόν σκεπασμένα από τα τελευταία χιόνια και γραπωμένα στις πλαγιές. Οι δικοί του κοίταζαν επιφυλακτικά τους νεοαφιχθέντες, αλλά δεν σταμάτησαν τις δουλειές τους, είτε μαγείρευαν, είτε φρόντιζαν τα όπλα τους, είτε πετούσαν χιονιές με τα παιδιά. Ήταν περήφανος για τη φυλή του, σχεδόν διακόσιοι άνθρωποι, το μεγαλύτερο από τα δέκα στρατόπεδα που ήταν σκορπισμένα βόρεια από τις άμαξες, Οι Τζεν, όμως, δεν φαινόταν να εντυπωσιάζονται. Τον ενοχλούσε που οι Τζεν ήταν τόσο περισσότεροι από τους Αελίτες.