Ο Λιούιν βγήκε από τη σκηνή του. Ήταν ένας ψηλός γκριζομάλλης με σκληρό πρόσωπο· ο Λιούιν ποτέ δεν χαμογελά, έλεγαν, και η αλήθεια ήταν ότι ο Τζέρνταμ ποτέ δεν τον είχε δει έτσι. Μπορεί να χαμογελούσε πριν πεθάνει η μητέρα του Τζέρνταμ από πυρετό, αλλά ο Τζέρνταμ δεν το πίστευε.
Η γυναίκα με τα ξανθά μαλλιά —το όνομά της ήταν Μόριν― είπε μια ιστορία, την οποία πάνω-κάτω ο Τζέρνταμ περίμενε. Οι Τζεν είχαν εμπορευτεί με ένα χωριό, ένα μέρος τειχισμένο με κορμούς δέντρων, και μετά οι άντρες του χωριού είχαν έρθει μέσα στη νύχτα και είχαν πάρει πίσω αυτά που είχαν δώσει στην ανταλλαγή, παίρνοντας κι άλλα από πάνω. Οι Τζεν πάντα πίστευαν ότι μπορούσαν να εμπιστευτούν τους ανθρώπους που ζούσαν σε σπίτια, πάντα πίστευαν ότι η Οδός θα τους προστάτευε. Απαρίθμησαν τους νεκρούς ― πατέρες, μια μητέρα, πρωταδελφοί. Τους αιχμαλώτους ― πρωταδελφές, μια αδελφή-μητέρα, μια κόρη. Ο Τζέρνταμ ξαφνιάστηκε μ' αυτό το τελευταίο· η Μόριν μίλησε με πίκρα για μια πεντάχρονη κόρη, που την είχαν πάρει για να τη μεγαλώσει κάποια άλλη γυναίκα. Τη μελέτησε πιο προσεκτικά και έβαλε μερικά ακόμα χρόνια στην ηλικία που είχε υπολογίσει.
«Θα τους φέρουμε πίσω», υποσχέθηκε ο Λιούιν. Πήρε μια αρμαθιά δόρατα που του έδωσαν και τα έχωσε με τη μύτη στο χώμα. «Μπορείτε να μείνετε μαζί μας, αν το επιθυμείτε, αρκεί να θέλετε να υπερασπιστείτε τις ζωές σας και τις δικές μας. Αν μείνετε, δεν θα σας επιτραπεί να γυρίσετε στις άμαξες». Ο άλλος με τη σουβλερή μύτη γύρισε την πλάτη όταν το άκουσε και πήρε βιαστικά το δρόμο της επιστροφής. Ο Λιούιν συνέχισε να μιλά· σ' αυτό το σημείο ήταν σπάνιο να φύγει μόνο ένας. «Όσοι επιθυμείτε να έρθετε μαζί μας σ' αυτό το χωριό, πάρτε ένα δόρυ. Μην ξεχνάτε, όμως, ότι αν πάρετε δόρυ για να χτυπήσετε άνθρωπο, τότε θα πρέπει να μείνετε μαζί μας». Η φωνή του και τα μάτια του ήταν λες από πέτρα. «Για τους Τζεν θα είστε νεκροί».
Ένας από τους άντρες που είχαν απομείνει δίστασε, αλλά τελικά όλοι πήραν ένα δόρυ από το χώμα. Το ίδιο έκανε και η Μόριν. Ο Τζέρνταμ την κοίταξε με ανοιχτό το στόμα, ακόμα και ο Λιούιν βλεφάρισε.
«Δεν χρειάζεται να πάρεις δόρυ για να μείνεις», της είπε ο Λιούιν, «ή για να σου φέρουμε τους ανθρώπους σου. Αν πάρεις το δόρυ σημαίνει ότι είσαι πρόθυμη να πολεμήσεις, όχι μόνο να αμυνθείς. Μπορείς να το ξαναφήσεις κάτω· δεν θα είναι ατιμωτικό».
«Πήραν την κόρη μου», είπε η Μόριν.
Ο Λιούιν ένευσε σχεδόν αμέσως, προς μεγάλη κατάπληξη του Τζέρνταμ. «Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά. Για όλα. Ας γίνει έτσι». Άρχισε να περπατάει ανάμεσα στα στρατόπεδα και να αγγίζει άντρες στον ώμο, λέγοντας το όνομά τους ως αναγνωριστικό για την επίσκεψη τους σ' αυτό το περιτειχισμένο χωριό. Πρώτο άγγιξε στον ώμο τον Τζέρνταμ· ο πατέρας του πάντα τον διάλεγε πρώτο, από τότε που ήταν αρκετά μεγάλος για να κρατά το δόρυ. Αυτό ήθελε και ο Τζέρνταμ.
Η Μόριν δυσκολευόταν με το δόρυ, το κοντάρι είχε πιαστεί στη μακριά φούστα της.
«Δεν είναι ανάγκη να πας», της είπε ο Τζέρνταμ. «Καμία γυναίκα δεν έχει πάει ποτέ. Θα φέρουμε την κόρη σου πίσω».
«Εγώ θα φέρω την Κίριν από κει», είπε άγρια αυτή. «Δεν με σταματάς». Πεισματάρα γυναίκα.
«Σ' αυτή την περίπτωση, να πώς πρέπει να ντυθείς», Της έδειξε το γκρίζο και καφετί σακάκι του, καθώς και το φαρδύ παντελόνι του. «Δεν μπορείς να περπατήσεις βραδιάτικα στην ύπαιθρο με φόρεμα». Της πήρε το δόρυ, πριν αυτή προλάβει να αντιδράσει. «Το δόρυ δεν μαθαίνεται εύκολα». Η απόδειξη ήταν οι δύο άντρες που είχαν έρθει μαζί της και τώρα άκουγαν αμήχανα τις οδηγίες και κόντευαν να πέσουν κάτω. Ο Τζέρνταμ βρήκε ένα τσεκούρι και έκοψε από το κοντάρι του δόρατος ένα κομμάτι, μακρύ όσο ένα βήμα. Το δόρυ τώρα είχε μάκρος όλο μαζί τέσσερα βήματα και σχεδόν το ένα βήμα ήταν η ατσάλινη αιχμή. «Πιάσ' το και κάρφωνε. Τίποτα παραπάνω. Μόνο κάρφωνε. Το κοντάρι μπορείς να το χρησιμοποιήσεις και για να αποκρούσεις ένα χτύπημα, αλλά θα σου βρω και κάτι σαν ασπίδα για να κρατάς με το άλλο χέρι».
Εκείνη τον κοίταξε παράξενα. «Πόσων χρόνων είσαι;» τον ρώτησε, κάτι ακόμα πιο παράξενο. Της είπε και αυτή κούνησε το κεφάλι σκεφτικά.
«Είναι ο σύζυγός σου κανείς απ' αυτούς;» της είπε ύστερα από λίγο. Οι άντρες ακόμα σκόνταφταν στα δόρατά τους.
«Ο σύζυγός μου θρηνεί από τώρα την Κίριν. Πιο πολύ τον νοιάζουν τα δέντρα, παρά η ίδια του η κόρη».
«Τα δέντρα;»
«Τα Δέντρα της Ζωής». Την κοίταξε ανέκφραστα κι αυτή κούνησε το κεφάλι. «Τρία δεντράκια φυτεμένα σε βαρέλια. Τα προσέχουν περισσότερο από τους ανθρώπους τους. Όταν βρουν κάποιο ασφαλές μέρος θα τα φυτέψουν· λένε ότι οι περασμένες εποχές θα ξαναγυρίσουν τότε. Για δες, είπα “λένε”, όχι “λέμε”. Πολύ καλά, δεν είμαι άλλο πια Τζεν». Ζύγιασε στο χέρι το κοντό δόρυ. «Αυτός είναι τώρα ο σύζυγός μου». Τον κοίταξε εξεταστικά. «Αν κανείς σου έκλεβε το παιδί, θα μιλούσες για την Οδό του Φύλλου και για τα βάσανα που στέλνουν για να μας δοκιμάσουν;» τον ρώτησε. Αυτός κούνησε το κεφάλι. «Αυτό φαντάστηκα. Θα γίνεις καλός πατέρας. Μάθε με να χρησιμοποιώ τούτο το δόρυ», είπε αυτή.