Παράξενη γυναίκα, αλλά όμορφη. Της ξαναπήρε το δόρυ και της έδειξε, εξηγώντας τι έκανε. Τώρα που είχε κοντύνει το κοντάρι, ήταν γρήγορο και ευέλικτο.
Η Μόριν τον κοίταζε με ένα παράξενο χαμόγελο, αλλά η προσοχή του ήταν στραμμένη στο δόρυ. «Είδα το πρόσωπό σου στο όνειρο», του είπε μαλακά, αλλά αυτός δεν την άκουσε καλά. Με τέτοιο δόρυ, θα ήταν γρηγορότερος από άντρα με σπαθί. Είδε στο νου του τους Αελίτες να κατατροπώνουν εκείνους που κρατούσαν σπαθιά. Κανένας δεν θα τους αντιστεκόταν. Κανένας.
Φώτα άστραψαν στις γυάλινες κολώνες, σχεδόν τυφλώνοντας τον Ραντ. Ο Μουράντιν ήταν μόνο ένα-δυο βήματα μπροστά του, κοιτώντας ευθεία μπρος, με τα δόντια γυμνωμένα σ' ένα βουβό γρύλισμα. Οι κολώνες τους μετέφεραν πίσω, στην ιστορία των Αελιτών που ήταν χαμένη στο χρόνο. Τα πόδια του Ραντ προχώρησαν με δική τους βούληση. Έκαναν μπροστά. Και γύρισαν πίσω στο χρόνο.
Ο Λιούιν έσιαξε στο πρόσωπό του το πέπλο, που τον προστάτευε από τη σκόνη, και κοίταξε το μικρό καταυλισμό, όπου τα κάρβουνα μιας φωτιάς που ξεψυχούσε τρεμόφεγγαν ακόμα κάτω από μια σιδερένια κατσαρόλα. Ο άνεμος του έφερε μυρωδιά μισοκαμένου βραστού. Στοίβες από κουβέρτες περικύκλωναν τα κάρβουνα, κάτω από το φως του φεγγαριού. Δεν φαίνονταν άλογα πουθενά. Ευχήθηκε να είχε φέρει λίγο νερό, αλλά μόνο στα παιδιά επιτρεπόταν να πίνουν νερό εκτός των γευμάτων. Θυμόταν αμυδρά έναν καιρό που το νερό ήταν περισσότερο, που οι μέρες δεν είχαν τόσο λιοπύρι και σκόνη, που ο άνεμος δεν φυσούσε αδιάκοπα. Η νύχτα πρόσφερε μικρή μόνο ανακούφιση, καθώς ο θαμπός, πυρωμένος ήλιος έδινε τη θέση του στην παγωνιά. Τυλίχτηκε πιο σφιχτά στη χλαίνη από τομάρια αγριοκάτσικων, την οποία χρησιμοποιούσε για κουβέρτα.
Οι σύντροφοι του πλησίασαν κοντύτερα, κουκουλωμένοι κι αυτοί, κλωτσώντας βράχια και μουρμουρίζοντας· του φάνηκε ότι θα ξυπνούσαν τους άντρες που ήταν πιο κάτω. Δεν παραπονιόταν· κανείς εκεί δεν ήταν μαθημένος σε τέτοια πράγματα. Μπορεί τα πέπλα να τους έκρυβαν το πρόσωπο, όμως αυτός διέκρινε ποιος ήταν ποιος. Ο Λούκα, με τους πιο μεγάλους ώμους απ' όλους· του άρεσε να πειράζει τον κόσμο. Ο Γκεάραν, λιγνός σαν πελαργός, ο πιο γρήγορος στο τρέξιμο από κάθε άλλον στις άμαξες. Ο Τσάρλιν και ο Αλίχα, φτυστοί μεταξύ τους, σαν καθρέφτισμα, μόνο που ο Τσάρλιν είχε το συνήθειο να κλίνει το κεφάλι όταν ανησυχούσε, όπως έκανε τώρα· η αδελφή τους, η Κόλιν, ήταν πιο κάτω, σε εκείνη την πρόχειρη κατασκήνωση. Όπως και η Μαίγκραν, η αδελφή του Λιούιν.
Όταν είχαν βρει σχισμένες από κάποια πάλη τις τσάντες που είχαν τα κορίτσια για να μαζεύουν πράγματα, όλοι οι άλλοι ήταν έτοιμοι να θρηνήσουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους, όπως είχαν κάνει τόσες και τόσες φορές. Ακόμα και ο παππούς του Λιούιν. Αν ο Άνταν ήξερε τι σκόπευαν να κάνουν οι πέντε τους, θα τους είχε σταματήσει. Το μόνο που έκανε τώρα πια ο Άνταν ήταν να μουρμουρίζει ότι έπρεπε να κρατήσουν την πίστη στις Άες Σεντάι, τις οποίες δεν είχε δει ποτέ ο Λιούιν, κι επίσης ότι έπρεπε να κρατήσουν το Άελ ζωντανό. Το Άελ συνολικά, ως λαό, όχι κάποιο συγκεκριμένο Άελ. Ούτε καν τη Μαίγκραν.
«Είναι τέσσερις», ψιθύρισε ο Λιούιν. «Τα κορίτσια είναι από την εδώ μεριά της φωτιάς. Θα τις ξυπνήσω —ήσυχα― και θα ξεγλιστρήσουμε, ενώ οι άλλοι θα κοιμούνται ακόμα». Οι φίλοι του κοιτάχτηκαν και ένευσαν. Σκέφτηκε ότι ίσως έπρεπε να είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο πριν φτάσουν, αλλά το μόνο που μπορούσαν να σκεφτούν τότε ήταν πώς να πάρουν τις κοπέλες και να φύγουν από τις άμαξες χωρίς να τους δουν. Δεν ήξερε αν θα μπορούσαν να ακολουθήσουν αυτούς τους άντρες, ή αν θα τους πρόφταιναν πριν εκείνοι φτάσουν στο χωριό απ' όπου είχαν έρθει, ένα σκορποχώρι με πρόχειρες καλύβες, που οι κάτοικοί του είχαν διώξει τους Αελίτες με πέτρες και ραβδιά. Αν οι απαγωγείς έφταναν ως εκεί, δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτα.
«Κι αν ξυπνήσουν;» ρώτησε ο Γκεάραν.
«Δεν εγκαταλείπω την Κόλιν», είπε απότομα ο Τσάρλιν. «Θα τις πάρουμε πίσω, Γκεάραν», είπε ο αδερφός του πιο ήρεμα.
«Έτσι ακριβώς», συμφώνησε ο Λιούιν. Ο Λούκα χτύπησε ελαφρά με το δάχτυλο το πλευρό του Γκεάραν κι αυτός ένευσε.
Δεν ήταν εύκολο να κατηφορίσουν μέσα στο σκοτάδι. Τα ξεραμένα κλαράκια που είχε αφήσει η ξηρασία έσπαζαν κάτω από τα πόδια τους· βραχάκια και πετρούλες κυλούσαν στην ξερή πλαγιά μπροστά τους. Όσο περισσότερο προσπαθούσε ο Λιούιν να προχωρά ήσυχα, τόσο περισσότερη φασαρία έμοιαζε να κάνει. Ο Λούκα έπεσε σε μια βάτο που έτριξε δυνατά, κατάφερε όμως να ξεκολλήσει με μόνη φασαρία δυνατό λαχάνιασμά του. Ο Τσάρλιν γλίστρησε και έφτασε σχεδόν ως κάτω πριν σταματήσει. Όμως τίποτα δεν σάλεψε εκεί.