Πριν φτάσουν στην κατασκήνωση, ο Λιούιν κοντοστάθηκε ανταλλάσσοντας ανήσυχες ματιές με τους φίλους του και μετά προχώρησε στις μύτες των ποδιών του. Στ' αφτιά του η ανάσα του ηχούσε σαν βροντή, δυνατή σαν τα ροχαλητά που ακούγονταν από έναν από τους τέσσερις μεγάλους όγκους. Πάγωσε όταν το τραχύ ροχαλητό σταμάτησε και ο όγκος κουνήθηκε. Ύστερα ο όγκος γαλήνεψε πάλι και το ροχαλητό ξανάρχισε· ο Λιούιν άφησε την ανάσα του να βγει.
Ζάρωσε προσεκτικά δίπλα σε έναν από τους μικρότερους όγκους και παραμέρισε μια τραχιά, μάλλινη κουβέρτα, που είχε γίνει σαν πετσί από τη βρώμα. Η Μαίγκραν τον κοίταξε· το πρόσωπό της ήταν γεμάτο μελανάδες και πρησμένο, ενώ από το φόρεμά της είχαν απομείνει μονάχα κουρέλια. Της έκλεισε το στόμα με το χέρι για να μη φωνάξει, όμως εκείνη απλώς συνέχισε να τον κοιτάζει ανέκφραστα, χωρίς καν να ανοιγοκλείνει τα μάτια.
«Θα σε κόψω σαν γουρούνι, μικρέ». Ένας από τους μεγάλους όγκους κύλησε στο πλάι και ένας άντρας με ανάκατη γενειάδα και βρώμικα ρούχα σηκώθηκε όρθιος, με το μακρύ μαχαίρι του να λαμπυρίζει αχνά στο φως, καθρεφτίζοντας το κόκκινο φέγγος των κάρβουνων. Κλώτσησε τους όγκους που ήταν κοντά του, κάνοντάς τους να μουγκρίσουν και να σαλέψουν. «Σαν γουρούνι. Μπορείς να τσιρίξεις, μικρέ, ή ξέρετε μόνο να τρέχετε εσείς;»
«Τρέξε», είπε ο Λιούιν, όμως η αδερφή του τον κοίταζε νωθρά. Την έπιασε με έξαψη από τους ώμους και προσπάθησε να τη σπρώξει εκεί που βρίσκονταν οι άλλοι. «Τρέξε!» Αυτή βγήκε μουδιασμένη από τις κουβέρτες, σαν να μην είχε ούτε μια σταλιά δύναμη μέσα της. Η Κόλιν ήταν ξύπνια —άκουσε το κλαψούρισμά της― αλλά έμοιαζε να τυλίγεται πιο σφιχτά στις βρώμικες κουβέρτες της, προσπαθώντας να κρυφτεί εκεί μέσα. Η Μαίγκραν απλώς στεκόταν εκεί, κοιτάζοντας το κενό, μη βλέποντας τίποτα.
«Φαίνεται ότι ούτε αυτό δεν μπορείτε να κάνετε». Ο άντρας έκανε χαμογελαστός το γύρο της φωτιάς, πλησιάζοντάς τον με το μαχαίρι χαμηλά. Οι άλλοι ανακάθιζαν στις κουβέρτες, γελώντας και παρακολουθώντας το διασκεδαστικό θέαμα.
Ο Λιούιν δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν μπορούσε να αφήσει την αδελφή του. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να πεθάνει. Ίσως αυτό να έδινε στη Μαίγκραν μια ευκαιρία να το σκάσει. «Τρέξε, Μαίγκραν! Σε παρακαλώ, τρέξε!» Αυτή δεν κουνήθηκε. Δεν έμοιαζε καν να τον ακούει. Τι της είχαν κάνει;
Ο γενειοφόρος τον πλησίαζε με το πάσο του, χασκογελώντας και απολαμβάνοντας την αργή προσέγγιση.
«Όχι!» Ο Τσάρλιν βγήκε με φόρα από το σκοτάδι και άρπαξε με τα δύο χέρια τον άντρα με το μαχαίρι, ρίχνοντάς τον κάτω. Οι άλλοι άντρες πετάχτηκαν όρθιοι. Ένας με ξυρισμένο κεφάλι, που έλαμπε στο αμυδρό φως, σήκωσε ένα σπαθί για να καρφώσει τον Τσάρλιν.
Ο Λιούιν δεν ήταν σίγουρος πώς ακριβώς είχε συμβεί. Με κάποιον τρόπο είχε πιάσει τη βαριά κατσαρόλα από το σιδερένιο χερούλι, τη είχε σηκώσει και την είχε κατεβάσει· χτύπησε το ξυρισμένο κεφάλι με έναν ξερό κρότο. Ο άντρας σωριάστηκε κάτω σαν να είχαν λιώσει τα κόκαλά του. Ο Λιούιν έχασε την ισορροπία του, χοροπήδησε προσπαθώντας να αποφύγει τη φωτιά και έπεσε πλάι της, χάνοντας την κατσαρόλα. Ένας μελαψός άντρας, με τα μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες, σήκωσε το σπαθί του, έτοιμος να τον τρυπήσει. Ο Λιούιν άρχισε να σέρνεται με την πλάτη, σαν αράχνη, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο στην αιχμή του σπαθιού, ενώ τα χέρια του έψαχναν με αγωνία μήπως βρουν κάτι για να αποκρούσει τη σπαθιά, ένα ραβδί, οτιδήποτε. Η παλάμη του ακούμπησε ένα στρογγυλεμένο ξύλο. Το γύρισε απότομα μπροστά και το έσπρωξε προς τον άντρα που γρύλιζε. Τα μαύρα μάτια του άντρα γούρλωσαν και το σπαθί έπεσε από το χέρι του· αίμα ανάβλυσε από το στόμα του. Δεν ήταν ραβδί. Ήταν δόρυ.
Τα χέρια του Λιούιν άφησαν ακαριαία τη λαβή μόλις κατάλαβε τι ήταν. Πολύ αργά. Σύρθηκε προς τα πίσω για να αποφύγει τον άντρα που έπεφτε και τον κοίταξε τρέμοντας. Ένας νεκρός. Ένας άνθρωπος που τον είχε σκοτώσει ο ίδιος. Ο άνεμος τον πάγωσε.
Ύστερα από λίγο του γεννήθηκε η απορία γιατί δεν τον είχαν σκοτώσει οι υπόλοιποι. Ξαφνιάστηκε βλέποντας όλους τους φίλους του γύρω από τα κάρβουνα. Τον Γκεάραν, τον Λούκα και τον Αλίχα, λαχανιασμένους, με τα μάτια τους να φαίνονται γουρλωμένα κάτω από τα πέπλα που φορούσαν για τη σκόνη. Η Κόλιν ακόμα κλαψούριζε κάτω από τις κουβέρτες της και η Μαίγκραν στεκόταν κοιτάζοντας. Ο Τσάρλιν ήταν κουλουριασμένος, γονατιστός. Και οι τέσσερις άντρες, από το χωριό... Ο Λιούιν κοίταζε πότε τη μία ακίνητη, αιμόφυρτη μορφή και πότε την άλλη.