Выбрать главу

«Τους... σκοτώσαμε». Η φωνή του Λούκα έτρεμε. «Τους... Έλεος του Φωτός, έλα σε μας».

Ο Λιούιν πλησίασε γονατιστός τον Τσάρλιν και τον άγγιξε στον ώμο. «Χτύπησες;»

Ο Τσάρλιν έπεσε κάτω. Ένα κόκκινο υγρό κολλούσε στα χέρια του, καθώς έπιανε τη λαβή του μαχαιριού που προεξείχε από την κοιλιά του. «Πονάει, Λιούιν», ψιθύρισε. Τον έπιασε ένα ρίγος και μετά το φως έσβησε από τα μάτια του.

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Γκεάραν. «Ο Τσάρλιν πέθανε κι εμείς... Φως μου, τι κάναμε; Τι κάνουμε τώρα;»

«Θα πάρουμε τα κορίτσια στις άμαξες». Ο Λιούιν δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα από τα γυάλινα μάτια του Τσάρλιν. «Να τι θα κάνουμε».

Μάζεψαν ό,τι ήταν χρήσιμο, κυρίως τις κατσαρόλες και τα μαχαίρια. Δύσκολα έβρισκε κανείς μεταλλικά αντικείμενα. «Ας τα πάρουμε», είπε τραχιά ο Αλίχα. «Σίγουρα τα έκλεψαν από κάποιους σαν κι εμάς».

Όταν, όμως, ο Αλίχα έκανε να πιάσει ένα σπαθί, ο Λιούιν τον σταμάτησε. «Όχι, Αλίχα. Αυτό είναι όπλο, είναι φτιαγμένο για να σκοτώνει ανθρώπους. Δεν έχει άλλη χρήση». Ο Αλίχα δεν είπε τίποτα, μόνο κοίταξε τα τέσσερα πτώματα και τα δόρατα που έδενε ο Λούκα με κουβέρτες για να κουβαλήσουν το πτώμα του Τσάρλιν. Ο Λιούιν δεν κοίταξε τους χωρικούς. «Το δόρυ μπορεί να μας φέρει τροφή για το τσουκάλι, Αλίχα. Το σπαθί όχι. Το απαγορεύει η Οδός».

Ο Αλίχα έμεινε αμίλητος, αλλά του Λιούιν του φάνηκε ότι είχε πάρει μια κοροϊδευτική έκφραση πίσω από το πέπλο του. Εντούτοις, όταν τελικά ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα, τα σπαθιά έμειναν πλάι στα κάρβουνα που έσβηναν και στους νεκρούς.

Ο δρόμος του γυρισμού στο σκοτάδι ήταν μακρύς, έτσι που κουβαλούσαν το πρόχειρο φορείο με τον Τσάρλιν, κι ο άνεμος μερικές φορές ξεσπούσε δυνατός και σήκωνε σύννεφα σκόνης που τους έπνιγαν. Η Μαίγκραν προχωρούσε σκοντάφτοντας συνέχεια και κοιτώντας ευθεία μπροστά· δεν ήξερε πού βρισκόταν, ποιοι ήταν δίπλα της. Η Κόλιν φαινόταν να φοβάται ακόμα και τον ίδιο της τον αδελφό και τιναζόταν αν την άγγιζε κανείς. Ο Λιούιν δεν είχε φανταστεί έτσι την επιστροφή τους. Στο νου του, οι κοπέλες γελούσαν, χαρούμενες που επέστρεφαν στις άμαξες· όλοι γελούσαν. Δεν κουβαλούσαν το πτώμα του Τσάρλιν. Δεν τους πλάκωνε η ανάμνηση των πράξεών τους.

Είδαν τις φωτιές για το μαγείρεμα και ύστερα τις άμαξες, που είχαν τα χάμουρα ήδη απλωμένα για να πάρουν το πρωί οι άντρες τις θέσεις τους. Όταν έπεφτε το σκοτάδι, κανένας δεν άφηνε το καταφύγιο που πρόσφεραν οι άμαξες κι έτσι ο Λιούιν ξαφνιάστηκε όταν είδε τρεις φιγούρες να τους ζυγώνουν βιαστικά. Τα άσπρα μαλλιά του Άνταν ξεχώριζαν μέσα στη νύχτα. Οι άλλες δύο φιγούρες ήταν η Νέριν, η μητέρα της Κόλιν, και η Σάραλιν, η μητέρα του Λιούιν και της Μαίγκραν. Ο Λιούιν κατέβασε το πέπλο του με ένα άσχημο προαίσθημα.

Οι γυναίκες έτρεξαν στις κόρες τους και τις αγκάλιασαν, μουρμουρίζοντας παρηγορητικά λόγια. Η Κόλιν βυθίστηκε στην αγκαλιά της μητέρας της με έναν αναστεναγμό· η Μαίγκραν δεν έδειξε να προσέχει τη Σάραλιν, που έμοιαζε έτοιμη να βάλει τα κλάματα βλέποντας τις μελανάδες στο πρόσωπο της κόρης της.

Ο Άνταν κοίταξε συνοφρυωμένος τους νεαρούς, κάνοντας τις μόνιμες ρυτίδες ανησυχίας στο πρόσωπό του να βαθύνουν. «Στο όνομα του Φωτός, τι έγινε; Όταν καταλάβαμε ότι λείπατε κι εσείς...» Η φωνή του έσβησε όταν είδε το φορείο με τον Τσάρλιν. «Τι έγινε;» ξαναρώτησε, σαν να έτρεμε την απάντηση.

Ο Λιούιν άνοιξε αργά το στόμα, όμως τον πρόλαβε η Μαίγκραν.

«Τους σκότωσαν». Κοίταζε κάτι μακρινό, ενώ η φωνή της ήταν απλή σαν παιδιού. «Οι κακοί άνθρωποι μας πείραξαν. Μας... Ύστερα ήρθε ο Λιούιν και τους σκότωσε».

«Δεν πρέπει να λες τέτοια πράγματα, παιδί μου», προσπάθησε να τη μαλακώσει η Σάραλιν. «Είσαι —» Κοντοστάθηκε, κοίταξε στα μάτια της κόρης της και ύστερα γύρισε και κοίταξε διστακτικά τον Λιούιν. «Είναι...; Είναι αλήθεια;»

«Αναγκαστήκαμε», είπε ο Αλίχα με φωνή γεμάτη πόνο. «Ήθελαν να μας σκοτώσουν. Σκότωσαν τον Τσάρλιν».

Ο Άνταν έκανε ένα βήμα πίσω. «Σκοτώσατε...; Σκοτώσατε ανθρώπους; Και το Σύμφωνο; Δεν πειράζουμε κανέναν. Κανέναν! Δεν υπάρχει λόγος που να σου επιτρέπει να σκοτώσεις ένα ανθρώπινο ον. Κανένας απολύτως!»

«Πήραν τη Μαίγκραν, παππού», είπε ο Λιούιν. «Πήραν τη Μαίγκραν και την Κόλιν, και τις πείραξαν. Τις —»

«Δεν υπάρχει λόγος!» βρυχήθηκε ο Άνταν, τρέμοντας από οργή. «Πρέπει να αποδεχόμαστε ό,τι συμβαίνει. Τα βάσανά μας είναι για να δοκιμαστεί η πίστη μας. Αποδεχόμαστε και υπομένουμε! Δεν δολοφονούμε! Δεν πλανηθήκατε μακριά από την Οδό, την εγκαταλείψατε. Δεν είστε πια Ντα’σάιν. Είστε διεφθαρμένοι και δεν θέλω να διαφθείρετε το Άελ. Φύγετε, ξένοι. Φονιάδες! Δεν είστε ευπρόσδεκτοι στις άμαξες των Αελιτών». Γύρισε την πλάτη και έφυγε, σαν αυτοί να μην υπήρχαν πια. Η Σάραλιν και η Νέριν τον ακολούθησαν, προστατεύοντας τα κορίτσια.