«Μητέρα;» είπε ο Λιούιν και μόρφασε όταν εκείνη τον κοίταξε με παγωμένο βλέμμα. «Μητέρα, σε παρακαλώ —»
«Ποιος είσαι εσύ, που μου μιλάς έτσι; Κρύψε το πρόσωπό σου, ξένε. Είχα γιο κάποτε με τέτοιο πρόσωπο. Δεν θέλω να το δω σ' ένα φονιά». Ύστερα πήρε τη Μαίγκραν και ακολούθησε τους άλλους.
«Είμαι ακόμα Αελίτης», φώναξε ο Λιούιν, αλλά εκείνοι δεν κοίταξαν πίσω. Του φάνηκε ότι άκουσε τον Λούκα να κλαίει. Ο άνεμος δυνάμωσε, σήκωσε σκόνη κι αυτός έκρυψε με το πέπλο το πρόσωπο. «Είμαι Αελίτης!»
Τα φώτα, που πηγαινοέρχονταν σαν τρελά, τρυπούσαν τα μάτια του Ραντ. Ο πόνος της απώλειας ήταν ακόμα μέσα του και το μυαλό του στριφογύριζε με έξαψη. Ο Λιούιν δεν κρατούσε όπλο. Δεν ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει ένα όπλο. Ο σκοτωμός τον τρόμαζε. Δεν είχε νόημα.
Τώρα κόντευε να προσπεράσει τον Μουράντιν, όμως ο άλλος δεν είχε συναίσθηση της παρουσίας του. Το γρύλισμα του Μουράντιν τώρα είχε παγώσει και το στόμα του έχασκε πλατύ· το πρόσωπό του είχε γεμίσει στάλες ιδρώτα· έτρεμε σαν να ήθελε να τρέξει.
Τα πόδια του Ραντ τον πήγαν μπροστά ― και πίσω.
26
Οι Αφοσιωμένοι
Μπροστά ― και πίσω.
Ο Ανταν καθόταν στην αμμώδη γούβα σφίγγοντας τα παιδιά του νεκρού γιου του, που έκλαιγαν και έκρυβαν τα μάτια τους με το σχισμένο σακάκι του. Και στο δικό του πρόσωπο κυλούσαν δάκρυα, σιωπηλά όμως, ενώ κοίταζε προσεκτικά από το χείλος. Έχοντας ηλικία πέντε και έξι χρόνων, αντίστοιχα, η Μαίγκραν και ο Λιούιν είχαν δικαίωμα να κλάψουν· ο Άνταν είχε ξαφνιαστεί που και του ίδιου του είχαν απομείνει δάκρυα.
Μερικές άμαξες καίγονταν. Οι νεκροί κείτονταν όπου είχαν πέσει. Είχαν ήδη διώξει τα άλογα, με εξαίρεση εκείνα που ήταν ζεμένα σε κάποιες άμαξες που είχαν αδειάσει στο έδαφος. Αυτή τη φορά η προσοχή του δεν στράφηκε πρώτα στα κιβώτια που είχαν εμπιστευτεί οι Άες Σεντάι στο Αελ, τα οποία είχαν αναποδογυρίσει στο χώμα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε αυτό το θέαμα, ούτε η πρώτη φορά που έβλεπε νεκρό Αελίτη, αλλά τώρα δεν τον ένοιαζε. Οι άντρες με τα σπαθιά, τα δόρατα και τα τόξα, οι άντρες που είχαν διαπράξει το αιματοκύλισμα, φόρτωναν τις άδειες άμαξες. Με γυναίκες. Είδε τη Ρέα, την κόρη του, να τη σπρώχνουν σε μια άμαξα μαζί με τις άλλες, να τις στριμώχνουν σαν ζώα αυτοί οι γελαστοί φονιάδες. Ήταν η τελευταία απ' όλα τα παιδιά του. Ο Έλγουιν είχε πεθάνει από την πείνα στα δέκα, η Σορέλε στα είκοσι, από έναν πυρετό που είχε δει στο όνειρο ότι θα πάθαινε, και ο Τζάρεν είχε πέσει στο γκρεμό πριν από ένα χρόνο, στα δεκαεννιά του, όταν είχε ανακαλύψει ότι μπορούσε να διαβιβάζει. Ο Μάριντ εκείνο το πρωί.
Του ήρθε να ουρλιάξει. Να τρέξει και να τους εμποδίσει να πάρουν το τελευταίο παιδί του. Να τους εμποδίσει με κάποιον τρόπο. Κι αν το έκανε; Θα τον σκότωναν και θα έπαιρναν και πάλι τη Ρέα. Μπορεί να σκότωναν και τα παιδιά. Μερικά από τα πτώματα που κυλιόνταν στο ίδιο τους το αίμα ήταν μικρά.
Η Μαίγκραν τον έσφιξε, σαν να είχε νιώσει ότι υπήρχε περίπτωση να την αφήσει, ενώ το κορμάκι του Λιούιν τεντώθηκε, σαν να ήθελε να τον αγκαλιάσει πιο δυνατά, αλλά να συγκρατήθηκε επειδή πίστευε ότι ήταν μεγάλος για κάτι τέτοιο. Ο Άνταν έσιαξε τα μαλλιά τους και συνέχισε να κρατά τα πρόσωπά τους στο στέρνο του. Πίεσε τον εαυτό να συνεχίσει να κοιτάζει, ώσπου οι άμαξες έφυγαν περικυκλωμένες από καβαλάρηδες που ζητωκραύγαζαν, ακολουθώντας τα άλογα που χάνονταν στον ορίζοντα, στο δρόμο προς τα ομιχλώδη βουνά.
Μόνο τότε σηκώθηκε και άφησε τα παιδιά, που ήταν κολλημένα πάνω του. «Περιμένετέ με εδώ», είπε. «Περιμένετε μέχρι να γυρίσω». Αγκαλιασμένα μεταξύ τους, τον κοίταξαν με κάτασπρα πρόσωπα, γεμάτα δάκρυα, κι ένευσαν αβέβαια.
Πλησίασε ένα πτώμα και το αναποδογύρισε απαλά. Η Σίντρε έμοιαζε να κοιμάται, το πρόσωπό της ήταν ακριβώς όπως το έβλεπε κάθε πρωί που ξυπνούσε. Πάντα ξαφνιαζόταν όταν πρόσεχε τις γκρίζες τρίχες στα χρυσοκόκκινα μαλλιά της· ήταν η αγάπη του, η ζωή του, πάντα νέα και καινούρια γι' αυτόν. Προσπάθησε να μην κοιτάξει το αίμα που λέρωνε μπροστά το φόρεμά της, ή τη χαίνουσα πληγή κάτω από τα στήθια της.
«Τι λες να κάνεις τώρα, Άνταν; Πες το μας! Τι;»
Παραμέρισε τα μαλλιά από το πρόσωπό της —της άρεσε να είναι συμμαζεμένη― και σηκώθηκε, γυρνώντας αργά για να αντιμετωπίσει τους θυμωμένους, φοβισμένους άντρες που στέκονταν ο ένας κολλημένος πάνω στον άλλο. Αρχηγός τους ήταν ο Σούλγουιν, ένας ψηλός με μάτια χωμένα βαθιά στις κόγχες τους. Είχε αφήσει τα μαλλιά του να μακρύνουν, σαν να ήθελε να κρύψει ότι ήταν Αελίτης. Το ίδιο είχαν κάνει και μερικοί άντρες ακόμα. Δεν τους είχε βοηθήσει, ούτε με αυτούς τους τελευταίους επιδρομείς, ούτε και με τους προηγούμενους.