«Λέω να θάψουμε τους νεκρούς μας και να συνεχίσουμε, Σούλγουιν». Το βλέμμα του στράφηκε πάλι προς τη Σίντρε. «Τι άλλο;»
«Να συνεχίσουμε, Άνταν; Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε; Δεν έχουμε άλογα· δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου νερό, ούτε τρόφιμα. Το μόνο που μας έμεινε είναι άμαξες γεμάτες πράγματα, τα οποία οι Άες Σεντάι δεν θα έρθουν ποτέ να πάρουν. Τι είναι, Άνταν; Τι είναι, που πρέπει να δώσουμε τις ζωές μας για να τα κουβαλήσουμε στην άλλη άκρη του κόσμου, που φοβόμαστε ακόμα και να τα ακουμπήσουμε; Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε όπως πριν!»
«Μπορούμε!» φώναξε ο Άνταν. «Θα συνεχίσουμε! Έχουμε πόδια· έχουμε πλάτες. Θα σύρουμε εμείς τις άμαξες, αν χρειαστεί. Θα είμαστε πιστοί στο καθήκον μας!» Ξαφνιάστηκε βλέποντας ότι κράδαινε μπροστά τη γροθιά του. Μια γροθιά. Το χέρι του τρεμούλιασε καθώς το άνοιγε και το χαμήλωνε.
Ο Σούλγουιν έκανε ένα βήμα πίσω και ύστερα στύλωσε τα πόδια μαζί με τους συντρόφους του. «Όχι, Άνταν. Προοριζόμαστε να βρούμε ένα μέρος ασφαλές και είμαστε μερικοί που θέλουμε να κάνουμε αυτό ακριβώς. Ο παππούς μου έλεγε ιστορίες, που είχε ακούσει όταν ήταν παιδί, ιστορίες για τότε που ζούσαμε ασφαλείς και ο κόσμος ερχόταν να μας ακούσει να τραγουδάμε. Θέλουμε να βρούμε ένα μέρος που θα είμαστε ασφαλείς και θα μπορούμε πάλι να τραγουδάμε».
«Να τραγουδάτε;» κάγχασε ο Άνταν. «Τις έχω ακούσει κι εγώ αυτές τις παλιές ιστορίες, που έλεγαν πόσο θαυμαστά ήταν τα τραγούδια των Αελιτών, αλλά δεν τα ξέρουμε ούτε εσύ, ούτε εγώ. Εκείνα τα παλιά τραγούδια χάθηκαν, οι παλιοί καιροί πέρασαν. Δεν θα εγκαταλείψουμε το καθήκον μας στις Άες Σεντάι για να κυνηγήσουμε αυτό που χάθηκε παντοτινά».
«Μερικοί αυτό θα κάνουμε, Άνταν». Οι άλλοι πίσω από τον Σούλγουιν ένευσαν. «Θέλουμε να βρούμε αυτό το ασφαλές μέρος. Και τα τραγούδια, επίσης. Και θα τα βρούμε!»
Ένας δυνατός πάταγος έκανε τον Άνταν να γυρίσει απότομα το κεφάλι. Κάποιοι πιστοί φίλοι του Σούλγουιν ξεφόρτωναν μια άμαξα· ένα μεγάλο, μακρόστενο κιβώτιο είχε πέσει κάτω και είχε μισανοίξει, αποκαλύπτοντας κάτι που έμοιαζε με γυαλισμένη κάσα πόρτας από σκούρα κοκκινόπετρα. Κάποιοι άλλοι φίλοι του Σούλγουιν άδειαζαν και τις υπόλοιπες άμαξες. Τουλάχιστον το ένα τέταρτο των ανθρώπων που έβλεπε είχαν πιάσει και άδειαζαν τις άμαξες από τα πάντα, αφήνοντας μόνο τα τρόφιμα και το νερό.
«Μην προσπαθήσεις να μας σταματήσεις», τον προειδοποίησε ο Σούλγουιν.
Ο Άνταν ξέσφιξε πάλι τη γροθιά του. «Δεν είστε Αελίτες», είπε. «Προδώσατε τα πάντα. Ό,τι και να είστε, δεν είστε πια Αελίτες!»
«Κρατάμε την Οδό του Φύλλου, όπως κι εσύ, Άνταν».
«Φύγετε!» φώναξε ο Άνταν. «Φύγετε! Δεν είστε Αελίτες! Είστε ξεστρατισμένοι! Ξεστρατίσατε! Δεν θέλω ούτε να σας βλέπω! Φύγετε!» Ο Σούλγουιν και οι άλλοι έτρεξαν μακριά, σκοντάφτοντας πάνω στη βιάση τους να απομακρυνθούν από αυτόν.
Η καρδιά του πόνεσε καθώς εξέταζε τις άμαξες και τους νεκρούς, που κείτονταν ανάμεσα στα συντρίμμια. Τόσοι νεκροί, τόσοι τραυματίες, που βογκούσαν καθώς οι άλλοι τους περιποιούνταν. Ο Σούλγουιν και οι ξεστρατισμένοι του έδειχναν κάποια προσοχή καθώς ξεφόρτωναν. Οι άντρες με τα σπαθιά έσπαζαν τα κιβώτια, μέχρι που κατάλαβαν ότι δεν είχαν χρυσάφι μέσα, ούτε τρόφιμα. Τα τρόφιμα ήταν πιο πολύτιμα από το χρυσάφι. Ο Άνταν περιεργάστηκε την πόρτα, τους σωρούς των πέτρινων αγαλματιδίων, τις παράξενες, κρυστάλλινες μορφές που στέκονταν ανάμεσα σε βλαστάρια τσόρα σε γλάστρες, όλα άχρηστα για τον Σούλγουιν και τους δικούς του. Άραγε ήταν χρήσιμα για κανέναν; Σ' αυτά ήταν πιστοί; Αν ναι, τότε ας γινόταν έτσι. Κάποια μπορούσαν να τα σώσουν. Δεν ήξερε τι απ' αυτά θα θεωρούσαν σημαντικότερα οι Άες Σεντάι, αλλά μερικά μπορούσαν να σωθούν.
Είδε τη Μαίγκραν και τον Λιούιν να σφίγγουν τα φουστάνια της μητέρας τους. Χάρηκε βλέποντας ότι η Σάραλιν ήταν ζωντανή για να τα φροντίσει· ο τελευταίος του γιος, ο σύζυγός της, ο πατέρας των παιδιών, είχε πεθάνει από το πρώτο βέλος που εκτοξεύτηκε το ίδιο πρωί. Κάποιοι μπορούσαν να σωθούν. Θα έσωζε τους Αελίτες, όποιο κι αν ήταν το κόστος.
Γονάτισε και πήρε τη Σίντρε στην αγκαλιά του. «Είμαστε ακόμα πιστοί, Άες Σεντάι», ψιθύρισε. «Πόσο ακόμα θα πρέπει να είμαστε πιστοί;» Έσκυψε το κεφάλι στον κόρφο της συζύγου του και έκλαψε.
Τσουχτερά δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Ραντ· σιωπηλά, σχημάτισε τη λέξη «Σίντρε» με τα χείλη του. Η Οδός του Φύλλου; Δεν ήταν αυτή η πίστη των Αελιτών. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά· δεν μπορούσε να σκεφτεί σχεδόν καθόλου. Τα φώτα στριφογύριζαν ολοένα και γρηγορότερα. Πλάι του, το στόμα του Μουράντιν ήταν ανοιχτό σε ένα άηχο ουρλιαχτό· τα μάτια του Αελίτη ήταν γουρλωμένα, σαν να έβλεπε το τέλος των πάντων. Έκαναν μαζί ένα βήμα μπροστά.