Ο Τζονάι στεκόταν στο χείλος ενός γκρεμού, που έβλεπε στα δυτικά, πάνω από τα νερά στα οποία λαμπύριζε ο ήλιος. Εκατό λεύγες προς εκείνη την κατεύθυνση βρισκόταν η Κομέλ. Κάποτε. Η Κομέλ ήταν ριζωμένη στα βουνά που δέσποζαν στη θάλασσα. Εκατό λεύγες προς τα δυτικά, όπου τώρα απλωνόταν η θάλασσα. Αν ζούσε η Αλνόρα, ίσως να του ήταν ευκολότερο να το αποδεχτεί. Χωρίς τα όνειρά της, σχεδόν δεν ήξερε πού να πάει και τι να κάνει. Χωρίς αυτή σχεδόν δεν ήθελε να ζήσει. Ένιωθε κάθε τρίχα των γκρίζων μαλλιών του, καθώς έστριβε για να γυρίσει με βαρύ βήμα στις άμαξες, που περίμεναν ένα μίλι πιο πέρα. Οι άμαξες ήταν λιγότερες τώρα και η φθορά φαινόταν. Και οι άνθρωποι, επίσης, ήταν λιγότεροι, μερικές χιλιάδες, εκεί που παλιά ήταν δεκάδες χιλιάδες. Και πάλι, όμως, ήταν πολλοί για τις άμαξες που έμεναν. Εκεί τώρα είχαν μόνο τα παιδιά που ήταν μικρά και δεν περπατούσαν ακόμα.
Ο Άνταν τον συνάντησε στην πρώτη άμαξα· ήταν ένας ψηλός νεαρός, συνεχώς με ένα επιφυλακτικό βλέμμα στα γαλάζια μάτια του. Ο Τζονάι πάντα περίμενε ότι, αν κοίταζε ολόγυρα ξαφνικά, θα έβλεπε τον Γουίλιμ. Μα βέβαια είχαν διώξει τον Γουίλιμ, χρόνια πριν, όταν είχε αρχίσει να διαβιβάζει και δεν μπορούσε να το σταματήσει, όσο σκληρά κι αν πάλευε. Ο κόσμος ακόμα είχε πάρα πολλούς άντρες που διαβίβαζαν· έπρεπε να διώχνουν τα αγόρια που έδειχναν τα σημάδια. Έπρεπε. Ακόμα, όμως, ευχόταν να είχε τα παιδιά του. Πότε είχε πεθάνει η Εσόλε; Τι μικρό κορμάκι για να το χώσεις σε μια βιαστικά σκαμμένη τρύπα, που το είχε λιώσει η αρρώστια μιας και δεν είχαν Άες Σεντάι για να τη Θεραπεύσουν.
«Ήρθαν Ογκιρανοί, πατέρα», είπε ενθουσιασμένος ο Άνταν. Ο Τζονάι υποψιαζόταν ότι ο γιος του ανέκαθεν θεωρούσε ότι τα παραμύθια για Ογκιρανούς ήταν αυτό ακριβώς, παραμύθια. «Ήρθαν από το βορρά».
Ο Άνταν τον οδήγησε σε μια ταλαιπωρημένη ομάδα, που είχε το πολύ πενήντα Ογκιρανούς με ρουφηγμένα μάγουλα, λυπημένα μάτια και κρεμασμένα, φουντωτά αφτιά. Είχε συνηθίσει τα τραβηγμένα πρόσωπα των δικών του και τα τριμμένα, μπαλωμένα ρούχα τους, αλλά έμεινε κατάπληκτος όταν είδε το ίδιο και στους Ογκιρανούς. Εντούτοις, έπρεπε να νοιαστεί για τους ανθρώπους του και να κάνει το καθήκον του προς τις Άες Σεντάι. Πόσο καιρό είχε να δει Άες Σεντάι; Ήταν λίγο μετά το θάνατο της Αλνόρα. Πολύ αργά για την Αλνόρα. Η γυναίκα εκείνη είχε Θεραπεύσει τους αρρώστους που ζούσαν ακόμα, είχε πάρει μερικά σα’ανγκριάλ και είχε συνεχίσει το δρόμο της, γελώντας πικρά όταν αυτός την είχε ρωτήσει αν υπήρχε τόπος ασφαλής. Το φόρεμά της ήταν μπαλωμένο, ο ποδόγυρος ξεφτισμένος. Μπορεί και να μην είχε τα λογικά της. Είχε ισχυριστεί ότι ένας από τους Αποδιωγμένους δεν ήταν ολότελα παγιδευμένος, ή μπορεί και καθόλου· ο Ισαμαήλ ακόμα άγγιζε τον κόσμο, είχε πει. Σίγουρα ήταν εξίσου τρελή με τους εναπομείναντες άντρες Άες Σεντάι.
Ξανάφερε το νου του στους Ογκιρανούς, που στέκονταν εκεί μπροστά, ταλαντευόμενοι πάνω στα μακριά πόδια τους. Οι σκέψεις του λοξοδρομούσαν συχνά μετά το θάνατο της Αλνόρα. Οι Ογκιρανοί είχαν ψωμιά και γαβάθες στα χέρια. Του έκανε κατάπληξη η σουβλιά του θυμού που ένιωσε, επειδή κάποιος τους είχε προσφέρει από τα λιγοστά τρόφιμά τους. Πόσοι από τους ανθρώπους του θα χόρταιναν μ' αυτά που μπορούσαν να φάνε πενήντα Ογκιρανοί; Όχι. Η Οδός έλεγε να μοιράζεσαι. Να δίνεις ελεύθερα. Εκατό άνθρωποι; Διακόσιοι;
«Έχετε βλαστάρια τσόρα», είπε ένας Ογκιρανός. Τα χοντρά δάχτυλα του χάιδεψαν απαλά τα τριμερή φύλλα των δύο φυτών στις γλάστρες, που ήταν δεμένες στο πλάι μιας άμαξας.
«Μερικά», είπε κοφτά ο Άνταν. «Μαραίνονται, όμως στο μεταξύ οι παλιοί παίρνουν καινούρια βλαστάρια». Δεν του περίσσευε καιρός να ασχολείται με δέντρα. Έπρεπε να προσέχει τους ανθρώπους του. «Πόσο άσχημα είναι στο βορρά;»
«Άσχημα», απάντησε μια Ογκιρανή. «Οι Τόποι της Μάστιγας απλώνονται προς το νότο και υπάρχουν Μυρντράαλ και Τρόλοκ».
«Νόμιζα ότι είχαν πεθάνει». Όχι στο βορρά, λοιπόν. Δεν μπορούσαν να συνεχίσουν προς το βορρά. Νότια; Η Θάλασσα του Τζέρεν ήταν δέκα μέρες δρόμο προς το νότο. Ή μήπως δεν ήταν πια; Ήταν κουρασμένος. Πολύ κουρασμένος.
«Ήρθατε από τα ανατολικά;» ρώτησε ένας άλλος Ογκιρανός. Σκούπισε τη γαβάθα του με μια κόρα ψωμί και την καταβρόχθισε. «Πώς είναι στα ανατολικά;»
«Άσχημα», αποκρίθηκε ο Τζονάι. «Όμως μπορεί για σας να μην είναι τόσο άσχημα. Πριν από δέκα ― όχι, δώδεκα μέρες, κάποιοι πήραν το ένα τρίτο των αλόγων μας, πριν προλάβουμε να διαφύγουμε. Αναγκαστήκαμε να παρατήσουμε άμαξες». Αυτό τον πονούσε. Είχαν αφήσει πίσω άμαξες και ό,τι είχαν μέσα. Είχαν παρατήσει τα πράγματα που οι Άες Σεντάι είχαν αφήσει στη φροντίδα των Αελιτών. Το χειρότερο ήταν ότι δεν γινόταν για πρώτη φορά. «Σχεδόν όλοι όσοι ανταμώνουμε παίρνουν πράγματα, ό,τι θέλουν. Ίσως, όμως, να μην κάνουν το ίδιο σε Ογκιρανούς».