«Ίσως», είπε μια Ογκιρανή, σαν να μην το πίστευε ιδιαίτερα. Ο Τζονάι δεν ήξερε αν το πίστευε ο ίδιος· δεν υπήρχε ασφαλές μέρος. «Ξέρετε πού είναι κάποιο στέντιγκ;»
Ο Τζονάι έμεινε να την κοιτάζει. «Όχι. Όχι, δεν ξέρω. Αλλά σίγουρα εσείς μπορείτε να βρείτε ένα στέντιγκ».
«Περπατάμε τόσο δρόμο, τόσο καιρό», είπε ένας Ογκιρανός ανάμεσα στους υπόλοιπους. «Η γη έχει αλλάξει πάρα πολύ», πρόσθεσε ένας άλλος με ένα λυπημένο μπουμπουνητό.
«Νομίζω ότι πρέπει να βρούμε στέντιγκ σύντομα, αλλιώς θα πεθάνουμε», είπε η πρώτη Ογκιρανή. «Νιώθω... μια λαχτάρα... στα κόκαλά μου. Πρέπει να βρούμε ένα στέντιγκ. Πρέπει».
«Δεν μπορώ να σας βοηθήσω», έκανε λυπημένα ο Τζονάι. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Η γη άλλαζε, γινόταν αγνώριστη και ύστερα άλλαζε ξανά, έτσι που η πεδιάδα που είχες ταξιδέψει πέρυσι μπορεί φέτος να ήταν οροσειρά. Οι Τόποι της Μάστιγας μεγάλωναν. Οι Μυρντράαλ και οι Τρόλοκ ζούσαν ακόμα. Οι άνθρωποι έκλεβαν, άνθρωποι με πρόσωπα σαν ζώων, άνθρωποι που δεν αναγνώριζαν τους Ντα'σάιν, ή δεν τους ήξεραν. Η ανάσα του έβγαινε με δυσκολία. Οι Ογκιρανοί, χαμένοι. Οι Αελίτες, χαμένοι. Όλα είχαν χαθεί. Το σφίξιμο έγινε πόνος και σωριάστηκε στα γόνατα, διπλωμένος στα δύο, πιάνοντας το στήθος του. Μια λαβή είχε τυλιχτεί γύρω από την καρδιά του και τη ζουλούσε.
Ο Άνταν γονάτισε δίπλα του ανήσυχος. «Πατέρα, τι έχεις; Τι έγινε; Τι μπορώ να κάνω;»
Ο Τζονάι κατάφερε να πιάσει τον τριμμένο γιακά του γιου του και να τραβήξει κοντά το πρόσωπό του. «Πάρε... τους ανθρώπους μας... στο νότο». Πίεσε τις λέξεις να βγουν, ανάμεσα σε σπασμούς που έμοιαζαν να του ξεριζώνουν την καρδιά.
«Πατέρα, εσύ θα τους —»
«Άκουσε. Άκουσε! Πάρε τους... νότια. Πήγαινε... τους Αελίτες... σε ασφαλές μέρος. Να τηρείς... το Σύμφωνο. Φύλαγε... αυτά που μας έδωσαν... οι Άες Σεντάι... μέχρι να... γυρίσουν... να τα πάρουν. Η Οδός... του Φύλλου. Πρέπει να —» Είχε προσπαθήσει. Σίγουρα η Σολίντα Σεντάι θα καταλάβαινε. Είχε προσπαθήσει. Αλνόρα.
Αλνόρα. Το όνομα έσβησε, ο πόνος στο στήθος του Ραντ χαλάρωσε. Δεν ήταν λογικό. Δεν ήταν καθόλου λογικό. Πώς μπορεί αυτοί οι άνθρωποι να ήταν Αελίτες;
Οι κολώνες άστραψαν με εκτυφλωτικούς παλμούς. Ο αέρας σάλεψε, στροβιλίστηκε.
Πλάι του, το στόμα του Μουράντιν ήταν ορθάνοιχτο σε μια προσπάθεια να ουρλιάξει. Ο Αελίτης τραβούσε το πέπλο, έγδερνε το πρόσωπό του, αφήνοντας βαθιές, ματωμένες χαρακιές.
Μπροστά.
Ο Τζονάι προχωρούσε με βιάση στους άδειους δρόμους, προσπαθώντας να μην κοιτάζει τα τσακισμένα κτίρια και τα νεκρά δέντρα τσόρα. Όλα ήταν νεκρά. Τουλάχιστον είχαν μεταφέρει αλλού το τελευταίο από τα τζο-κάρ, που ήταν τόσο καιρό παρατημένα. Οι μετασεισμοί ακόμα έκαναν το έδαφος κάτω από τα πόδια του να ριγεί. Φορούσε τα ρούχα της δουλειάς του, το καντιν'σόρ φυσικά, αν και η δουλειά που του είχαν αναθέσει δεν ήταν απ' αυτές για τις οποίες είχε εκπαιδευτεί. Ήταν εξήντα τριών χρόνων, στο άνθος της ηλικίας του, όχι ακόμα αρκετά μεγάλος για να έχει γκρίζες τρίχες, αλλά ένιωθε σαν κουρασμένος γέρος.
Κανένας δεν τον σταμάτησε όταν μπήκε στην Αίθουσα των Υπηρετών· δεν υπήρχε κανείς στη μεγάλη, γεμάτη κολώνες αίθουσα για να τον σταματήσει ή να τον χαιρετήσει. Πολύς κόσμος χιμούσε μέσα, με τα χέρια γεμάτα χαρτιά ή κουτιά, με αγωνία στα μάτια, όμως κανείς δεν τον κοίταξε. Έμοιαζαν πανικόβλητοι, μια αίσθηση που δυνάμωνε κάθε φορά που σειόταν το έδαφος. Ανήσυχος, πέρασε τον προθάλαμο και ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας τα πλατιά σκαλοπάτια. Υπήρχαν λεκέδες από λάσπη στην ασημόλευκη ελόπετρα. Κανένας δεν είχε χρόνο. Ίσως κανένας να μη νοιαζόταν.
Δεν χρειαζόταν να χτυπήσει την πόρτα που έψαχνε. Δεν ήταν μια από τις μεγάλες, επίχρυσες θύρες μιας αίθουσας για συγκεντρώσεις, αλλά μια πόρτα απλή και διακριτική. Μπήκε μέσα ήσυχα, όμως, και χάρηκε γι' αυτό. Πέντ' έξι Άες Σεντάι στέκονταν γύρω από το μακρύ τραπέζι συζητώντας και, απ' ό,τι φαινόταν, δεν έδιναν σημασία στους κραδασμούς του κτιρίου. Ήταν όλες γυναίκες.
Ανατρίχιασε, αναρωτήθηκε αν οι άντρες θα παρευρίσκονταν ποτέ ξανά σε μια τέτοια συνάντηση. Όταν είδε τι βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, η ανατριχίλα έγινε βίαιο ρίγος. Ένα κρυστάλλινο σπαθί —ίσως ένα αντικείμενο Δύναμης, ίσως μόνο ένα διακοσμητικό· ο ίδιος δεν ήξερε να πει― συγκρατούσε τη σημαία του Δράκοντα, του Λουζ Θέριν του Σφαγέα, που χυνόταν στο πάτωμα σαν τραπεζομάντιλο. Η καρδιά του σφίχτηκε. Τι γύρευε αυτό εδώ; Γιατί δεν είχε καταστραφεί και μαζί του η ανάμνηση εκείνου του καταραμένου;