«Τι να την κάνουμε την Πρόβλεψή σου», έλεγε η Οσέλε σχεδόν φωνάζοντας, «αφού δεν μας λέει πότε;» Τα μακριά, μαύρα μαλλιά της κουνιόνταν καθώς έτρεμε από το θυμό. «Όλος ο κόσμος εξαρτάται απ' αυτό! Το μέλλον! Ο ίδιος ο Τροχός!»
Η μαυρομάτα η Ντέιντρε την αντιμετώπισε με την αναμενόμενη γαλήνη. «Δεν είμαι ο Δημιουργός. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι αυτό που Προβλέπω».
«Ειρήνη, αδελφές». Η Σολίντα ήταν η πιο γαλήνια απ' όλες· φορούσε μια παλιομοδίτικη εσθήτα από στράιθ, τόσο λεπτή που έμοιαζε με ανοιχτογάλανη ομίχλη. Τα κόκκινα σαν τον ήλιο μαλλιά της, που χύνονταν ως τη μέση, έμοιαζαν πολύ στο χρώμα με τα μαλλιά του. Ο παππούς του είχε την υπηρετήσει όταν ήταν νέος, όμως αυτή έμοιαζε μικρότερη κι από τον ίδιο τον Τζονάι· ήταν Άες Σεντάι. «Δεν είναι πια καιρός για προστριβές ανάμεσά μας. Ο Τζάρικ και ο Χάινταρ θα είναι αύριο εδώ».
«Άρα δεν έχουμε περιθώριο για λάθη, Σολίντα».
«Πρέπει να ξέρουμε...»
«Υπάρχει πιθανότητα να...;»
Ο Τζονάι έπαψε να τις ακούει. Όταν ήταν έτοιμες, θα τον έβλεπαν. Δεν ήταν ο μόνος στην αίθουσα, εκτός από τις Άες Σεντάι. Ο Σομέστα ήταν στον τοίχο δίπλα από την πόρτα, μια μεγάλη μορφή που έμοιαζε πλεγμένη από κληματσίδες και φύλλα, και το κεφάλι του, και παρ' όλο που καθόταν, ήταν πιο ψηλά από το κεφάλι του Τζονάι. Μια αυλακιά με μαραμένο καφετί και καρβουνιασμένο μαύρο χρώμα ανηφόριζε το πρόσωπο του Νυμιανού και χώριζε στα δύο τα πράσινα σαν γρασίδι μαλλιά του· όταν κοίταξε τον Τζονάι, τα καστανά μάτια του έδειχναν ανησυχία.
Όταν ο Τζονάι του έκανε νεύμα, ο Σομέστα άγγιξε με τα δάχτυλα τη χαρακιά και συνοφρυώθηκε. «Σε ξέρω;» είπε μαλακά.
«Είμαι φίλος σου», απάντησε λυπημένα ο Τζονάι. Χρόνια είχε να δει τον Σομέστα, αλλά είχε ακούσει γι' αυτόν. Οι περισσότεροι Νυμιανοί ήταν νεκροί, έτσι είχε μάθει. «Με έπαιρνες βόλτα στους ώμους σου, όταν ήμουν παιδί. Δεν θυμάσαι τίποτα;»
«Τραγούδια», είπε ο Σομέστα. «Μήπως τραγουδούσε κανείς; Έχουν χαθεί πάρα πολλά. Οι Άες Σεντάι λένε ότι κάποια πράγματα θα επιστρέψουν. Είσαι Τέκνο του Δράκοντα, σωστά;»
Ο Τζονάι μόρφασε. Αυτό το όνομα έφερνε μπελάδες ― ένας λόγος παραπάνω επειδή δεν ήταν αλήθεια. Αλλά πόσοι πολίτες τώρα πίστευαν ότι το Ντα'σάιν Άελ κάποτε υπηρετούσε τον Δράκοντα και κανέναν άλλο Άες Σεντάι;
«Τζονάι;»
Γύρισε όταν άκουσε τη φωνή της Σολίντα και έπεσε στο ένα γόνατο καθώς τον πλησίαζε. Οι άλλες ακόμα τσακώνονταν, αλλά πιο χαμηλόφωνα.
«Όλα είναι έτοιμα, Τζονάι;» τον ρώτησε.
«Όλα, Άες Σεντάι. Σολίντα Σεντάι...» Δίστασε και μετά πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σολίντα Σεντάι, μερικοί θέλουμε να μείνουμε. Μπορούμε κι έτσι να υπηρετήσουμε».
«Ξέρεις τι έπαθαν οι Αελίτες στο Τζόρα;» Αυτός ένευσε κι εκείνη αναστέναξε· άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε τα απαλά μαλλιά σαν να ήταν παιδάκι. «Φυσικά και ξέρεις. Εσείς οι Ντα'σάιν είστε πιο θαρραλέοι κι από... δέκα χιλιάδες Αελίτες, που πιάνονται από τα χέρια και τραγουδούν, προσπαθώντας να θυμίσουν σ' έναν τρελό ποιοι ήταν και ποιος ήταν αυτός, προσπαθώντας να τον σταματήσουν με τα κορμιά τους κι ένα τραγούδι. Ο Τζάρικ Μόντοραν τους σκότωσε. Στεκόταν εκεί, κοιτάζοντας σαν να έβλεπε ένα γρίφο, σκοτώνοντάς τους, κι αυτοί πύκνωναν τις γραμμές τους και τραγουδούσαν. Μου είπαν ότι μια ώρα άκουγε τον τελευταίο Αελίτη, πριν τον σκοτώσει. Και μετά το Τζόρα κάηκε, μια πελώρια φλόγα που κατάπιε πέτρα, μέταλλο και σάρκα. Υπάρχει ένα φύλλο γυαλιού εκεί όπου έστεκε κάποτε η δεύτερη λαμπρότερη πόλη στον κόσμο».
«Πολλοί άνθρωποι βρήκαν το χρόνο να διαφύγουν, Άες Σεντάι. Χάρη στους Ντα'σάιν. Δεν φοβόμαστε».
Το χέρι της έσφιξε τα μαλλιά του, τον πόνεσε. «Οι πολίτες ήδη εγκατέλειψαν το Πάαρεν Ντίσεν, Τζονάι. Εκτός αυτού, οι Ντα'σάιν έχουν να παίξουν ακόμα ένα ρόλο—δηλαδή αν η Ντέιντρε μπορούσε να δει αρκετά μακριά για να μας πει ποιον. Ούτως ή άλλως, θέλω να σώσω κάτι από δω κι αυτό το κάτι είστε εσείς».
«Ό,τι πεις», είπε αυτός απρόθυμα. «Θα φροντίσουμε αυτά που μας εμπιστεύτηκες, μέχρι να τα ξαναζητήσετε».
«Φυσικά. Τα πράγματα που σας δώσαμε». Του χαμογέλασε, ξέσφιξε το χέρι της και του ίσιωσε ξανά τα μαλλιά, πριν σταυρώσει τα χέρια. «Θα μεταφέρετε τα... πράγματα... σε ασφαλές σημείο, Τζονάι. Να μετακινείστε, να μετακινείστε διαρκώς, μέχρι να βρείτε ένα μέρος ασφαλές, όπου να μην μπορεί κανείς να σας πειράξει».
«Ό,τι πεις, Άες Σεντάι».
«Τι γίνεται με τον Κούμιν, Τζονάι; Ηρέμησε;»
Δεν ήξερε τι άλλο μπορούσε να κάνει παρά να της το πει· θα προτιμούσε να κόψει τη γλώσσα με τα δόντια του. «Ο πατέρας μου κρύβεται κάπου στην πόλη. Δοκίμασε να μας πείσει να... αντισταθούμε. Δεν άκουγε κουβέντα, Άες Σεντάι. Δεν άκουγε κουβέντα. Βρήκε κάπου μια παλιά αστραπολόγχη και...» Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Περίμενε ότι η Λες Σεντάι θα θύμωνε, μα τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.