«Κρατήστε το Σύμφωνο, Τζονάι. Ακόμα κι αν χάσουν τα πάντα οι Ντα'σάιν, φρόντισε να ακολουθούν την Οδό του Φύλλου. Υποσχέσου το».
«Φυσικά, Άες Σεντάι», έκανε αυτός εμβρόντητος. Το Σύμφωνο ήταν οι Αελίτες και οι Αελίτες ήταν το Σύμφωνο· αν εγκατέλειπαν την Οδό, θα εγκατέλειπαν τη φύση τους. Ο Κούμιν ήταν μια παραφωνία. Ήταν παράξενος από παιδί, έτσι έλεγαν, σχεδόν καθόλου Αελίτης, αν και κανένας δεν ήξερε γιατί.
«Πήγαινε τώρα, Τζονάι. Θέλω αύριο να είστε μακριά από το Πάαρεν Ντίσεν. Και μην ξεχνάς: να μετακινείστε διαρκώς. Κρατήστε ασφαλές το Άελ».
Υποκλίθηκε γονατιστός όπως ήταν, αλλά εκείνη είχε ήδη ξαναμπεί στη διαφωνία.
«Μπορούμε να εμπιστευτούμε τον Κόνταμ και τους δικούς του, Σολίντα;»
«Πρέπει, Οσέλε. Είναι νεαροί και άπειροι, μα ελάχιστα τους άγγιξε το μόλυσμα και... Και δεν έχουμε άλλη επιλογή».
«Τότε θα κάνουμε ό,τι πρέπει. Το σπαθί ας περιμένει. Σομέστα, έχουμε μια δουλειά για τον τελευταίο Νυμιανό, αν μπορείς να το κάνεις. Σου ζητήσαμε πάρα πολλά· τώρα πρέπει να ζητήσουμε κι άλλα».
Ο Τζονάι υποκλίθηκε με επισημότητα, καθώς ο Νυμιανός σηκωνόταν και το κεφάλι του άγγιζε το ταβάνι. Ήταν ήδη απορροφημένες στα σχέδια τους και δεν τον κοίταζαν, αλλά τους απέτισε αυτή την τελευταία τιμή. Δεν πίστευε ότι θα τις ξανάβλεπε ποτέ.
Έτρεχε από την Αίθουσα των Υπηρετών ως έξω από την πόλη, εκεί που περίμενε η μεγάλη συγκέντρωση. Χιλιάδες άμαξες, σε δέκα σειρές, που κάλυπταν μια απόσταση δύο λεύγων, άμαξες φορτωμένες με τρόφιμα και βαρέλια με νερό, άμαξες φορτωμένες με τα κιβώτια που είχαν παραδώσει οι Άες Σεντάι στην ευθύνη των Αελιτών, ανγκριάλ, σα'ανγκριάλ και τερ'ανγκριάλ, όλα τα πράγματα που έπρεπε να γλιτώσουν από τα χέρια των αντρών που τρελαίνονταν καθώς χειρίζονταν τη Μία Δύναμη. Άλλοτε θα είχαν διαφορετικά μέσα να τα μεταφέρουν, τζο-κάρ και αλματίδια, αιωρίνες και πελώρια υψίπτερα. Τώρα θα έπρεπε να αρκεστούν στα άλογα και τις άμαξες που είχαν μαζέψει με κόπο. Ανάμεσα στις άμαξες στέκονταν οι άνθρωποι, αρκετοί για να γεμίσουν μια πόλη, όμως ήταν ίσως όλοι οι Αελίτες που είχαν απομείνει στον κόσμο.
Εκατό ήρθαν να τον ανταμώσουν, άντρες και γυναίκες, εκπρόσωποι, που απαιτούσαν να μάθουν αν οι Άες Σεντάι είχαν δώσει άδεια να μείνουν κάποιοι. «Όχι», τους είπε. Μερικοί έσμιξαν τα φρύδια απρόθυμα. «Πρέπει να υπακούσουμε. Είμαστε το Ντα’σάιν Άελ και υπακούμε τις Άες Σεντάι», πρόσθεσε αυτός.
Διαλύθηκαν και ξαναγύρισαν αργά στις άμαξές τους. Του φάνηκε ότι είχε ακούσει να αναφέρουν το όνομα του Κούμιν, αλλά έπνιξε αμέσως την ενόχληση. Έτρεξε στη δική του άμαξα, που βρισκόταν στην κεφαλή μιας από τις μεσαίες σειρές. Τα άλογα ήταν νευρικά εξαιτίας του εδάφους, που τρανταζόταν κατά διαστήματα.
Οι γιοι του ήταν ήδη στο κάθισμα ― ο Γουίλιμ, δεκαπέντε χρόνων, με τα γκέμια, και ο Άνταν, δέκα χρόνων, πλάι του, που χαμογελούσαν από τη νευρικότητα και την έξαψη. Η μικρή Εσόλε έπαιζε με μια κούκλα πάνω στο μουσαμά που είχαν στερεώσει στα πράγματά τους ― και, το σημαντικότερο, στα πράγματα που τους είχαν εμπιστευτεί οι Άες Σεντάι. Δεν υπήρχε χώρος στις άμαξες για κανέναν, εκτός από τους πολύ μικρούς και τους πολύ μεγάλους. Πίσω από το κάθισμα της άμαξας ήταν δώδεκα βλαστάρια τσόρα με ρίζες σε πήλινες γλάστρες, τα οποία θα φύτευαν όταν έβρισκαν ασφαλές μέρος. Ήταν ίσως ανοησία να κουβαλάνε κάτι τέτοιο, αλλά τα βλαστάρια δεν έλειπαν από καμία άμαξα. Ήταν κάτι από μια χαμένη εποχή· σύμβολο των καλύτερων καιρών που θα έρχονταν. Οι άνθρωποι χρειάζονταν ελπίδα και σύμβολα.
Η Αλνόρα περίμενε δίπλα στα άλογα· τα αστραφτερά, μαύρα μαλλιά χύνονταν στους ώμους της και του θύμιζαν την πρώτη φορά που την είχε δει, όταν ήταν κοπελίτσα. Τώρα, όμως, οι στενοχώριες είχαν χαράξει ρυτίδες γύρω από τα μάτια της.
Κατάφερε να της χαρίσει ένα χαμόγελο, κρύβοντας την ανησυχία που είχε στην καρδιά του. «Όλα θα πάνε καλά, σύζυγε της καρδιάς μου». Εκείνη δεν του απάντησε. «Ονειρεύτηκες;» πρόσθεσε αυτός.
«Ότι δεν θα είναι τώρα σύντομα», μουρμούρισε αυτή. «Όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, τα πάντα των πάντων θα πάνε καλά». Χαμογέλασε νευρικά και του άγγιξε το μάγουλο. «Με σένα ξέρω ότι έτσι θα γίνει, σύζυγε της καρδιάς μου».
Ο Τζονάι κούνησε τα χέρια ψηλά πάνω από το κεφάλι του και το σήμα έτρεξε στις γραμμές σαν κύμα. Οι άμαξες ξεκίνησαν αργά και οι Αελίτες έφυγαν από το Πάαρεν Ντίσεν.
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Πάρα πολλά. Οι αναμνήσεις στριμώχνονταν η μια πάνω στην άλλη. Ο αέρας έμοιαζε γεμάτος αστραπές. Ο άνεμος μάζευε σκόνη μέσα σε ανεμοστρόβιλους που χόρευαν. Ο
Μουράντιν είχε ανοίξει βαθιές αυλακιές στο πρόσωπό του· τώρα έσκαβε τα μάτια του. Μπροστά.