Ο Κούμιν ήταν γονατισμένος στην άκρη του οργωμένου χωραφιού, φορώντας τα ρούχα της δουλειάς —απλό, καφετί και γκρίζο σακάκι, κοντό, φαρδύ παντελόνι και μαλακές μπότες με κορδόνια― στη σειρά μαζί με άλλους σαν κι αυτόν, που περικύκλωναν το χωράφι, άντρες του Ντα'σάιν Άελ που απείχαν μεταξύ τους όσο αν άπλωνες δυο φορές τα χέρια, ενώ κάθε δέκα απ' αυτούς ήταν ένας Ογκιρανός, σ' όλο τον κύκλο. Μπορούσε να δει και το επόμενο χωράφι κυκλωμένο με τον ίδιο τρόπο, πέρα από τους στρατιώτες με τις αστραπολόγχες τους, που κάθονταν πάνω σε αρματωμένα τζο-κάρ. Μια αιωρίνα βούιζε ψηλά εκτελώντας περιπολία, μια θανατηφόρα, μαύρη, μεταλλική σφήκα με δυο άντρες μέσα. Ήταν δεκάξι χρόνων και οι γυναίκες είχαν κρίνει ότι επιτέλους η φωνή του ήταν αρκετά μπάσα για συμμετάσχει στο τραγούδισμα των οπόρων.
Οι στρατιώτες τον μάγευαν, άνθρωποι και Ογκιρανοί, με τον ίδιο τρόπο που θα τον μάγευε κι ένα πολύχρωμο, φαρμακερό φίδι. Σκότωναν. Ο παππούς του πατέρα του, ο Τσαρν, ισχυριζόταν ότι κάποτε δεν υπήρχαν στρατιώτες, αλλά ο Κούμιν δεν το πίστευε. Αν δεν υπήρχαν στρατιώτες, τότε ποιος θα σταματούσε τους Νυχτοκαβαλάρηδες και τους Τρόλοκ για να μη σκοτώσουν κανέναν; Φυσικά, ο Τσαρν υποστήριζε ότι τότε δεν υπήρχαν ούτε Μυρντράαλ και Τρόλοκ, Αποδιωγμένοι, ή Σκιόπλαστοι. Είχε πολλές ιστορίες που ισχυριζόταν ότι ήταν από έναν καιρό πριν από τους στρατιώτες, τους Νυχτοκαβαλάρηδες και τους Τρόλοκ, τότε που, όπως έλεγε, ο Σκοτεινός Άρχοντας του Τάφου ήταν παγιδευμένος και κανένας δεν ήξερε ούτε το όνομα του, ούτε τη λέξη «πόλεμος». Ο Κούμιν δεν μπορούσε να φανταστεί τέτοιο κόσμο· όταν είχε γεννηθεί, ο πόλεμος ήταν ήδη κάτι παλιό.
Απολάμβανε τις ιστορίες του Τσαρν, ακόμα κι όταν δεν μπορούσε να τις πιστέψει, αλλά μερικές απ' αυτές ήταν αφορμή για να κοιτάξει συνοφρυωμένος τον ηλικιωμένο ή να τον μαλώσει. Όπως όταν ισχυριζόταν ότι υπηρετούσε έναν Αποδιωγμένο κάποτε. Κι όχι έναν τυχαίο Αποδιωγμένο, αλλά την ίδια τη Λανφίαρ. Σαν να έλεγε ότι είχε υπηρετήσει τον Ισαμαήλ. Ο Κούμιν ευχόταν, αφού ο Τσαρν έπλαθε ιστορίες με το νου του, να έλεγε ότι είχε υπηρετήσει τον Λουζ Θέριν, το μεγάλο ηγέτη. Φυσικά, όλοι θα ρωτούσαν γιατί δεν υπηρετούσε τον Δράκοντα τώρα, αλλά αυτό θα ήταν προτιμότερο από την παρούσα κατάσταση. Του Κούμιν δεν του άρεσε ο τρόπος που οι πολίτες κοίταζαν τον Τσαρν, όταν έλεγε ότι η Λανφίαρ δεν ήταν πάντα με το μέρος του κακού.
Κάτι σάλεψε στην άκρη του χωραφιού και ο Κούμιν κατάλαβε ότι ερχόταν ο Νυμιανός. Η μεγάλη μορφή, που το κεφάλι, οι ώμοι και ο κορμός της ξεπερνούσαν το ύψος ενός Ογκιρανού, πάτησε στο σπαρμένο έδαφος και ο Κούμιν ήξερε, χωρίς να δει, ότι τα χνάρια του ήταν γεμάτα βλαστάρια. Ήταν ο Σομέστα, περικυκλωμένος από ένα σύννεφο πεταλούδες, λευκές και κίτρινες και γαλάζιες. Μουρμουρητά όλο έξαψη ακούστηκαν από τους κατοίκους της πόλης και από τους ιδιοκτήτες των χωραφιών, που είχαν μαζευτεί για να δουν. Τώρα κάθε χωράφι θα είχε τον Νυμιανό του.
Ο Κούμιν αναρωτήθηκε αν μπορούσε να ρωτήσει τον Σομέστα κάτι για τις ιστορίες του Τσαρν. Του είχε μιλήσει κάποτε και ο Σομέστα ήταν τόσο μεγάλος, που θα ήξερε αν ο Τσαρν έλεγε αλήθεια· οι Νυμιανοί ήταν μεγαλύτεροι απ' όλους. Κάποιοι έλεγαν ότι οι Νυμιανοί δεν πέθαιναν ποτέ, όσο εξακολουθούσαν να μεγαλώνουν τα φυτά. Μα τέτοια ώρα τι ήθελε και σκεφτόταν να ρωτήσει τον Νυμιανό;
Ο Ογκιρανός έκανε την αρχή, όπως άρμοζε, και σηκώθηκε για να τραγουδήσει με δυνατά, μπάσα μπουμπούνητά, σαν να τραγουδούσε η γη. Σηκώθηκαν και οι Αελίτες, αντρικές φωνές στο δικό τους τραγούδι, αλλά ακόμα και η πιο βαριά φωνή ήταν πιο ψιλή από του Ογκιρανού. Τα τραγούδια πλέχτηκαν μαζί και ο Σομέστα πήρε εκείνα τα νήματα και τα ύφανε στο χορό του, γλιστρώντας στο χωράφι με πλατιές δρασκελιές και τα χέρια απλωμένα, ενώ οι πεταλούδες στροβιλίζονταν ολόγυρά του και άγγιζαν τα ανοιγμένα ακροδάχτυλά του.
Ο Κούμιν άκουγε το τραγούδισμα των σπόρων στα άλλα χωράφια, άκουγε τις γυναίκες να χτυπάνε παλαμάκια για να ενθαρρύνουν τους άντρες, με ρυθμούς που ήταν το καρδιοχτύπι μιας καινούριας ζωής, αλλά το κατάλαβε σ' ένα μακρινό σημείο του μυαλού του. Το τραγούδι τον παρέσυρε και σχεδόν ένιωσε ότι ο Σομέστα ύφαινε αυτόν στο χώμα και γύρω από τους σπόρους, όχι τους ήχους που έκανε. Όμως δεν ήταν πια σπόροι. Τα βλαστάρια ζεμάις γέμιζαν το χωράφι κι ήταν ψηλότερα εκεί που είχε πατήσει το πόδι του Νυμιανού. Καμία μάστιγα δεν θα άγγιζε αυτά τα φυτά, κανένα έντομο· ήταν τραγουδισμένος σπόρος και στο τέλος θα είχαν το διπλό ύψος από άνθρωπο και θα γέμιζαν τις σιταποθήκες της πόλης. Γι' αυτό είχε γεννηθεί, γι' αυτό το τραγούδι και για τα άλλα τραγούδια των σπόρων. Δεν μετάνιωνε για το γεγονός ότι οι Άες Σεντάι τον είχαν απορρίψει όταν ήταν δέκα χρόνων, λέγοντας ότι του έλειπε η σπίθα. Θα ήταν υπέροχο αν είχε εκπαιδευτεί ως Άες Σεντάι, σίγουρα όχι όμως περισσότερο από αυτή τη στιγμή.