Το τραγούδι έσβησε αργά, ενώ οι Αελίτες το καθοδηγούσαν στο τέλος του. Ο Σομέστα έκανε μερικά βήματα ακόμα, όταν έπαψαν και οι τελευταίες φωνές· όσο χόρευε, το τραγούδι έμοιαζε να κρέμεται ακόμα αμυδρά στον αέρα. Ύστερα ο Νυμιανός σταμάτησε και το τραγούδι τελείωσε.
Ο Κούμιν ξαφνιάστηκε βλέποντας ότι οι άνθρωποι της πόλης είχαν φύγει, αλλά δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί πού είχαν πάει και γιατί. Έρχονταν οι γυναίκες γελώντας για να συγχαρούν τους άντρες. Τώρα ήταν άντρας κι αυτός, όχι αγόρι, παρ' όλο που άλλες τον φιλούσαν στα χείλη κι άλλες· του ανακάτευαν τα κοντά, κόκκινα μαλλιά.
Τότε είδε το στρατιώτη, λίγα μόλις βήματα παραπέρα, που τους παρακολουθούσε. Είχε αφήσει κάπου την αστραπολόγχη του και την πολεμική μπέρτα από φάνκλοθ, όμως φορούσε ακόμα το κράνος, σαν κεφάλι τερατώδους εντόμου, και οι σιαγώνες εντόμου του έκρυβαν το πρόσωπο, παρ' όλο που είχε σηκώσει την προσωπίδα. Σαν να είχε αντιληφθεί ότι ξεχώριζε, ο στρατιώτης έβγαλε το κράνος και τότε αποκαλύφθηκε ένας μελαψός νεαρός, που ήταν το πολύ τέσσερα ή πέντε χρόνια μεγαλύτερος από τον Κούμιν. Τα καστανά μάτια του άλλου, που δεν ανοιγόκλειναν, συνάντησαν τα μάτια του Κούμιν, κάνοντάς τον να ανατριχιάσει. Το πρόσωπο έδειχνε ότι ο στρατιώτης ήταν μόνο τέσσερα ή πέντε χρόνια μεγαλύτερος, τα μάτια όμως... Κι αυτόν τον είχαν διαλέξει να αρχίσει την εκπαίδευση του στα δέκα. Ο Κούμιν χαιρόταν που οι Αελίτες δεν επιλέγονταν γι' αυτό.
Ένας Ογκιρανός, ο Τομάντα, πλησίασε με τα φουντωτά του αφτιά γερμένα όλο περιέργεια προς τα μπρος. «Έχεις νέα, άνθρωπε του πολέμου; Είδα έξαψη στα τζο-κάρ όσο τραγουδούσαμε».
Ο στρατιώτης δίστασε. «Μάλλον μπορώ να σου πω, παρ' όλο που δεν έχει επιβεβαιωθεί. Έχουμε μια αναφορά ότι ο Λουζ Θέριν οδήγησε τους Συντρόφους σε επίθεση εναντίον του Σάγιολ Γκουλ σήμερα το πρωί, με την αυγή. Μερικές φορές αυτό διαταράσσει τις επικοινωνίες, αλλά η αναφορά λέει ότι το Πηγάδι σφραγίστηκε, με τους περισσότερους Αποδιωγμένους στην άλλη πλευρά. Μπορεί και όλους».
«Τότε τελείωσε», είπε ξέπνοα ο Τομάντα. «Επιτέλους τελείωσε, δόξα στο Φως».
«Ναι». Ο στρατιώτης κοίταξε τριγύρω, σαν να είχε χαθεί. «Φαντάζομαι... ναι. Φαντάζομαι...» Κοίταξε τα χέρια του και μετά τα άφησε να πέσουν πάλι στα πλευρά του. Φαινόταν κατάκοπος. «Οι ντόπιοι ανυπομονούσαν να αρχίσει η γιορτή. Αν είναι αληθινό το νέο, μπορεί να τραβήξει μέρες. Αναρωτιέμαι αν...; Όχι, δεν θα θέλουν στρατιώτες παρέα τους. Εσύ;»
«Απόψε, ίσως», είπε ο Τομάντα. «Όμως έχουμε άλλες τρεις πόλεις να επισκεφτούμε για να τελειώσει ο κύκλος μας».
Ο Τομάντα φυσικά δεν φαινόταν καθόλου εξημμένος, αλλά ο Κούμιν ήταν αποσβολωμένος όσο κι ο νεαρός στρατιώτης. Ο πόλεμος είχε τελειώσει; Πώς θα ήταν ο κόσμος δίχως πόλεμο; Ξαφνικά, θέλησε να μιλήσει στον Τσαρν.
Οι ήχοι του γλεντιού τον υποδέχτηκαν πριν φτάσει στην πόλη — γέλια, τραγούδια. Οι καμπάνες στον πύργο του δημαρχείου άρχισαν να ηχούν με αγαλλίαση. Οι κάτοικοι της πόλης χόρευαν στους δρόμους, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ο Κούμιν τους προσπερνούσε ψάχνοντας. Ο Τσαρν είχε προτιμήσει να καθίσει σε ένα πανδοχείο όπου είχαν μαζευτεί οι Αελίτες, αντί να έρθει στο τραγούδισμα ― ακόμα και οι Άες Σεντάι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για τους πόνους των γερασμένων γονάτων του― όμως σίγουρα θα έβγαινε έξω για κάτι τέτοιο.
Ξαφνικά, κάτι τον χτύπησε στο στόμα και τα πόδια του λύγισαν· όταν προσπάθησε να σηκωθεί στα γόνατα, μόνο τότε κατάλαβε ότι είχε πέσει κάτω. Άγγιξε το στόμα του και το χέρι του γέμισε αίματα. Σήκωσε το βλέμμα και είδε ένα θυμωμένο κάτοικο της πόλης να στέκεται από πάνω του, κουνώντας τη γροθιά του. «Γιατί το έκανες αυτό;» ρώτησε.
Ο άλλος τον έφτυσε. «Οι Αποδιωγμένοι πέθαναν. Πέθαναν, ακούς; Η Λανφίαρ δεν θα σας προστατεύει πια. Θα ξετρυπώσουμε όλους εσάς που υπηρετήσατε τους Αποδιωγμένους, ενώ υποκρινόσασταν ότι είστε με το μέρος μας, και θα κάνουμε σε όλους σας ό,τι κάναμε και στο γέρο».
Μια γυναίκα τον τραβούσε από το μανίκι. «Έλα τώρα, Τόμα. Έλα και κλείσε το στόμα! Θέλεις να έρθει να σε βρει ο Ογκιρανός;» Ο άντρας πήρε ξαφνικά μια επιφυλακτική έκφραση και την άφησε να τον τραβήξει στο πλήθος.
Ο Κούμιν σηκώθηκε όρθιος με κόπο και άρχισε να τρέχει, χωρίς να τον νοιάζει το αίμα που έτρεχε στο πηγούνι του.
Το πανδοχείο ήταν άδειο, βουβό. Έλειπαν ακόμα και ο πανδοχέας, η μαγείρισσα και οι βοηθοί της. Ο Κούμιν έτρεξε στα δωμάτια. «Τσαρν; Τσαρν; Τσαρν;» φώναζε συνέχεια.
Μπορεί να ήταν έξω, από πίσω. Του Τσαρν του άρεσε να κάθεται κάτω από τις μπαχαρομηλιές, πίσω από το πανδοχείο, και να λέει ιστορίες από τον καιρό που ήταν νέος.