Выбрать главу

Ο Κούμιν βγήκε από την πίσω πόρτα, αλλά σκόνταψε και έπεσε κάτω με τα μούτρα. Το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του είχε χτυπήσει μια άδεια μπότα ― μια από τις κόκκινες, επίσημες μπότες που φορούσε συνεχώς ο Τσαρν, τώρα που δεν λάβαινε μέρος στο τραγούδι. Κάτι έκανε τον Κούμιν να σηκώσει το βλέμμα ψηλά.

Το κορμί του ασπρομάλλη Τσαρν κρεμόταν από ένα σκοινί, το οποίο είχαν περάσει γύρω από ένα κοντάρι· το ένα πόδι ήταν γυμνό, αφού είχε κλωτσήσει την μπότα, και τα δάχτυλα του χεριού του είχαν πιαστεί από το λαιμό, καθώς προσπαθούσε να χαλαρώσει το σκοινί.

«Γιατί;» είπε ο Κούμιν. «Είμαστε Ντα'σάιν. Γιατί;» Δεν υπήρχε κανείς να του απαντήσει. Έσφιξε την μπότα στο στήθος του και γονάτισε εκεί, κοιτάζοντας τον Τσαρν, καθώς τον κατέκλυζαν οι ήχοι της γιορτής.

Ο Ραντ ρίγησε. Το φως από τις κολώνες ήταν μια τρεμουλιαστή, γαλάζια ομίχλη που έμοιαζε συμπαγής, που έμοιαζε να του ξεριζώνει τα νεύρα από το δέρμα. Ο άνεμος αλυχτούσε, ένας πελώριος ανεμοστρόβιλος που ρουφούσε τα πάντα μέσα. Ο Μουράντιν είχε καταφέρει να βάλει το πέπλο του· ματωμένες κόγχες ατένιζαν ανέκφραστα μέσα από το μαύρο πέπλο. Ο Αελίτης μασούσε και στο στήθος του έσταζε ματωμένος αφρός. Μπροστά.

Ο Τσαρν προχωρούσε στην άκρη του μεγάλου, πολυάνθρωπου δρόμου, κάτω από τα πλατιά δέντρα τσόρα, των οποίων τα τριμερή φύλλα χάριζαν γαλήνη και ανακούφιση, μέσα στις σκιές των ασημόχρωμων κτιρίων που άγγιζαν τον ουρανό. Μια πόλη δίχως τσόρα θα έμοιαζε ξερή σαν ερημιά. Τα τζο-κάρ μουρμούριζαν ήσυχα στο δρόμο, ενώ ένα μεγάλο, λευκό υψίπτερο χίμηξε στον ουρανό, μεταφέροντας πολίτες στην Κομέλ, στο Τζόρα ή όπου αλλού. Ο ίδιος σπανίως χρησιμοποιούσε τα υψίπτερα —αν ήθελε να πάει μακριά, συνήθως κάποιος Άες Σεντάι Ταξίδευε μαζί του― όμως απόψε αυτό θα έκανε, για να πάει στο Μ'τζιν. Σήμερα ήταν η εικοστή πέμπτη επέτειος της ονοματοδοσίας του και σκόπευε να αποδεχτεί την πιο πρόσφατη πρόταση γάμου της Νάλλα. Αναρωτήθηκε αν η Νάλλα θα ξαφνιαζόταν· ένα χρόνο το ανέβαλλε, επειδή δεν ήθελε να κατασταλάξει. Αυτό σήμαινε ότι από δω και πέρα θα υπηρετούσε τη Ζορέλε Σεντάι, όπως και η Νάλλα, όμως η Μιέριν Σεντάι είχε ήδη δώσει την ευλογία της.

Έστριψε τη γωνία και μόλις που πρόλαβε να δει έναν μελαψό με μυώδεις ώμους και στενό γενάκι, όπως ήταν της μόδας, πριν αυτοί οι φαρδιοί ώμοι τον σωριάσουν κάτω ανάσκελα. Το κεφάλι του αναπήδησε στο οδόστρωμα τόσο δυνατά, που είδε φωτεινές κουκκίδες. Έμεινε ακίνητος, ζαλισμένος.

«Πρόσεχε πού πας», είπε ενοχλημένος ο μουσάτος, ισιώνοντας το κόκκινο γιλέκο του και στρώνοντας τη δαντέλα στους καρπούς του. Τα μαύρα μαλλιά του, που έπεφταν στους ώμους, ήταν μαζεμένα στην πλάτη του. Ήταν κι αυτό η τελευταία μόδα, το όριο στο οποίο θα έφτανε να μιμηθεί τους Αελίτες κάποιος που δεν είχε υπογράψει το Σύμφωνο.

Η γυναίκα με τα ανοιχτά κάστανα μαλλιά, που ήταν μαζί του, τον έπιασε από το μπράτσο. Το φόρεμά της, από λευκό στράιθ που τρεμόφεγγε, έγινε αδιαφανές από την ξαφνική ντροπή. «Τζομ, κοίτα τα μαλλιά του. Είναι Αελίτης, Τζομ».

Ψηλαφίζοντας το κεφάλι του για να δει αν είχε σπάσει, ο Τσαρν άγγιξε κοντοκομμένα, χρυσοκόκκινα μαλλιά. Αντί να κουνήσει το κεφάλι, τράβηξε τη μακριά κοτσίδα, που ξεκινούσε από τη ρίζα του σβέρκου του. Μώλωπας, σκέφτηκε, τίποτα χειρότερο.

«Πράγματι είναι». Η ενόχληση του άλλου χάθηκε μέσα στην έγνοια του. «Συγχώρεσέ με, Ντα'σάιν. Εγώ έπρεπε να προσέχω. Να σε βοηθήσω να σηκωθείς». Οι πράξεις του ακολούθησαν τα λόγια του και σήκωσε τον Τσαρν όρθιο. «Είσαι καλά; Να καλέσω ένα αλματίδιο για να σε πάει στον προορισμό σου;»

«Δεν έπαθα τίποτα, πολίτη», είπε με ήπιο τόνο ο Τσαρν. «Στ' αλήθεια, ήταν δικό μου το σφάλμα». Έτσι ήταν, μιας και πήγαινε τρεχάτος. Μπορεί να είχε τραυματίσει τον άλλο. «Σε χτύπησα; Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ».

Ο άνθρωπος άνοιξε το στόμα του για να διαμαρτυρηθεί —οι πολίτες πάντα έτσι έκαναν· λες και νόμιζαν ότι οι Αελίτες ήταν φτιαγμένοι από στριφτόγυαλο― μα πριν προλάβει να μιλήσει, το έδαφος σείστηκε κάτω από τα πόδια του. Κι ο αέρας επίσης σείστηκε, σε διαδοχικά κύματα. Ο άνθρωπος κοίταξε γύρω του αβέβαια και τύλιξε τον κομψό μανδύα του από φάνκλοθ γύρω από τον ίδιο και την κυρία του, έτσι που τα κεφάλια τους έμοιαζαν να αιωρούνται ασώματα. «Τι είναι, Ντα'σάιν;»

Κι άλλοι που είχαν δει τα μαλλιά του Τσαρν άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω του ταραγμένοι, κάνοντας τις ίδιες ερωτήσεις, αλλά τους αγνόησε, χωρίς καν να τον νοιάζει αν γινόταν αγενής. Μάλιστα, κατέληξε να σπρώχνει το πλήθος για να ανοίξει δρόμο, με το βλέμμα στυλωμένο στο Σάρομ· τη λευκή σφαίρα, διαμέτρου τριακοσίων μέτρων, που αιωρούνταν πάνω από τους ασημογάλανους θόλους του Κόλαμ Ντάαν.