Выбрать главу

Η Μιέριν είχε πει ότι σήμερα ήταν η μέρα. Είχε πει ότι είχε βρει καινούρια πηγή για τη Μια Δύναμη. Γυναίκες και άντρες Άες Σεντάι θα μπορούσαν να αντλούν από την ίδια πηγή, όχι από χωριστά μισά. Κι αυτά που θα μπορούσαν να κάνουν ενωμένοι άντρες και γυναίκες θα ήταν ακόμα λαμπρότερα τώρα, που δεν θα υπήρχε διαφορά. Σήμερα η Μιέριν και ο Μπάιντομον θα αντλούσαν για πρώτη φορά ― θα ήταν η τελευταία φορά που άντρες και γυναίκες θα δούλευαν μαζί χειριζόμενοι διαφορετική Δύναμη. Σήμερα.

Κάτι που έμοιαζε με μικρό, λευκό θραύσμα πετάχτηκε από το Σάρομ με έναν πίδακα μαύρης φωτιάς· άρχισε να κατεβαίνει, απατηλά αργά, ασήμαντο. Κι έπειτα εκατό ποτάμια χύθηκαν ολόγυρα από την πελώρια, λευκή σφαίρα. Το Σάρομ έσπασε σαν αυγό και άρχισε να χαμηλώνει, να πέφτει, μια κόλαση από οψιδιανό. Το σκοτάδι απλώθηκε στον ουρανό, καταπίνοντας τον ήλιο μέσα σε μια αφύσικη νύχτα, σαν το φως από εκείνες τις φλόγες να ήταν μαύρο. Οι άνθρωποι ούρλιαζαν, ούρλιαζαν παντού.

Με το πρώτο ξέσπασμα της φωτιάς, ο Τσαρν άρχισε να τρέχει προς το Κόλαμ Ντάαν, αλλά ήξερε ότι είχε αργήσει. Είχε ορκιστεί να υπηρετεί τους Άες Σεντάι, αλλά είχε αργήσει. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του ενώ έτρεχε.

Ο Ραντ βλεφάρισε για να διαλύσει τις φωτεινές κουκκίδες που τρεμόπαιζαν στα μάτια του και έσφιξε το κεφάλι του με τα δύο χέρια. Η εικόνα ακόμα έπλεε στο κεφάλι του, εκείνη η πελώρια σφαίρα, που καιγόταν μαύρη, που έπεφτε. Στ' αλήθεια είδα την τρύπα να ανοίγει στη φυλακή τον Σκοτεινού; Αυτό είδα; Στάθηκε εκεί που άρχιζαν οι γυάλινες κολώνες, κοιτώντας το Αβεντεσόρα. Ένα δέντρο τσόρα. Η πόλη είναι ερημιά δίχως τσόρα. Και τώρα υπάρχει μόνο ένα. Οι κολώνες σπινθήριζαν στη γαλάζια λάμψη του ομιχλώδους θόλου από πάνω, όμως για άλλη μια φορά το φως έμοιαζε να είναι απλώς λαμπερές αντανακλάσεις. Δεν υπήρχε ίχνος του Μουράντιν· σκέφτηκε πως ο Αελίτης μάλλον δεν είχε βγει από το γυάλινο δάσος. Ούτε θα έβγαινε ποτέ.

Ξαφνικά το βλέμμα του έπιασε κάτι χαμηλά στα κλαριά του Δέντρου της Ζωής. Μια μορφή που κουνιόταν αργά. Ένας άντρας, που κρεμόταν από ένα κοντάρι βαλμένο κάθετα σε δύο κλαριά, με μια θηλιά στο λαιμό του.

Μ' ένα μουγκρητό δίχως λέξεις, έτρεξε προς το δέντρο· άρπαξε το σαϊντίν και το φλόγινο σπαθί ζωντάνεψε στα χέρια του, καθώς πηδούσε και έκοβε το σκοινί. Ο Ραντ και ο Ματ έπεσαν μαζί στις σκονισμένες, λευκές πλάκες, με ένα δίδυμο βρόντο. Το κοντάρι γλίστρησε και έπεσε με πάταγο δίπλα τους· δεν ήταν κοντάρι, αλλά ένα παράξενο δόρυ με μαύρη λαβή και μια κοντή λεπίδα σπαθιού στην αιχμή του, η οποία ήταν ελαφρώς καμπυλωτή και με μία μόνο κόψη. Ο Ραντ δεν θα έδινε σημασία, ακόμα κι αν ήταν φτιαγμένη από χρυσάφι και κουεντιγιάρ και στολισμένη με ζαφείρια και φλογοστάλες.

Άφησε το σπαθί και τη Δύναμη να χαθούν, έσκισε το σκοινί από το λαιμό του Ματ και ακούμπησε το αφτί στο στήθος του φίλου του. Τίποτα. Απεγνωσμένα, άνοιξε το σακάκι και το πουκάμισο του Ματ, κόβοντας το δερμάτινο κορδόνι που κρατούσε ένα ασημένιο περιδέραιο στο στήθος του. Πέταξε παραδίπλα το περιδέραιο και αφουγκράστηκε ξανά. Τίποτα. Καθόλου καρδιοχτύπι. Νεκρός. Όχι! Θα ήταν μια χαρά, αν δεν τον είχα αφήσει να με ακολουθήσει εδώ. Δεν μπορώ να τον αφήσω νεκρό!

Όσο πιο δυνατά μπορούσε, χτύπησε με τη γροθιά του το στήθος του Ματ και αφουγκράστηκε. Τίποτα. Χτύπησε και πάλι, ξανάκουσε. Ναι. Εκεί. Ένα αχνό καρδιοχτύπι. Ήταν εκεί. Πολύ αχνό, πολύ αργό. Και γινόταν πιο αργό. Όμως ο Ματ ήταν ακόμα ζωντανός, παρά το σκούρο κόκκινο σημάδι γύρω από το λαιμό του. Θα μπορούσε να τον κρατήσει στη ζωή.

Ο Ραντ γέμισε τα πνευμόνια του και έστριψε για να ανασάνει στο στόμα του Ματ όσο πιο δυνατά μπορούσε. Και πάλι. Και πάλι. Έπειτα σηκώθηκε πάνω από τον Ματ, τον άρπαξε από τη μέση του παντελονιού και τον σήκωσε ψηλά, να ξεκολλήσει από τις πλάκες. Πάνω, κάτω, τρεις φορές, και μετά πάλι ανάσανε στο στόμα του. Θα μπορούσε να διαβιβάσει· ίσως έτσι να κατάφερνε κάτι. Τον σταμάτησε η ανάμνηση εκείνης της κοπέλας στην Πέτρα. Ήθελε να ζήσει ο Ματ. Να ζήσει, όχι να είναι μια μαριονέτα που την κινούσε η Δύναμη. Κάποτε στο Πεδίο του Έμοντ είχε δει τον αφέντη Λούχαν να ξαναζωντανεύει ένα αγοράκι, που είχε βρεθεί να επιπλέει στο Νερό της Οινοπηγής. Συνέχισε, λοιπόν, να ανασαίνει και να σηκώνει, να ανασαίνει και να σηκώνει και να προσεύχεται.

Ξαφνικά, ο Ματ τινάχτηκε και έβηξε. Ο Ραντ γονάτισε πλάι του, ενώ ο Ματ έπιανε το λαιμό του και γυρνούσε στο πλάι, ρουφώντας αέρα μ' έναν αγωνιώδη ρόγχο.

Ο Ματ άγγιξε το σκοινί και ανατρίχιασε. «Οι καμένοι... γίδας... γιοι», μουρμούρισε βραχνά. «Προσπάθησαν... να με σκοτώσουν».